Το βράδυ της 28ης Νοεμβρίου 2016 έμοιαζε να κυλά όπως κάθε άλλο βράδυ στις φοιτητικές εστίες. Λίγο πριν από τις εννέα, η Λίνα επέστρεψε στο κτίριο όπου έμενε. Είχε προηγηθεί επικοινωνία με τη συγκάτοικό της, την οποία είχε ρωτήσει τι φαγητό είχε εκείνη την ημέρα η εστία. Όταν έμαθε ότι είχαν μακαρόνια με κιμά, της ζήτησε να της κρατήσει μια μερίδα. Ήταν μια απλή, καθημερινή συζήτηση, από αυτές που κάνουν κάθε μέρα χιλιάδες φοιτητές.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε αργότερα η μητέρα της, όταν η Λίνα μπήκε στο δωμάτιο είπε στη συγκάτοικό της ότι θα ανέβαινε για λίγο στον ένατο όροφο και θα επέστρεφε σε πέντε λεπτά για να φάνε μαζί. Στον ένατο όροφο έμεναν δύο κοπέλες με τις οποίες διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Τι ακριβώς συνέβη από τη στιγμή που βγήκε από το δωμάτιό της μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε στο κενό δεν έγινε ποτέ πλήρως γνωστό.
Λίγη ώρα αργότερα η 22χρονη βρέθηκε σοβαρά τραυματισμένη έξω από το κτίριο της εστίας. Οι διασώστες που έφτασαν στο σημείο δεν μπόρεσαν να την σώσουν. Η είδηση του θανάτου της εξαπλώθηκε γρήγορα στη Θεσσαλονίκη και έφτασε σχεδόν αμέσως στην οικογένειά της. Εκείνες τις ημέρες η μητέρα της βρισκόταν στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, όπου είχε μεταβεί για εργασία. Όταν δέχθηκε το τηλεφώνημα από τις ελληνικές αρχές, της ζητήθηκε να επιστρέψει άμεσα στην Ελλάδα.
Από την πρώτη στιγμή οι γονείς της αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι η κόρη τους είχε αποφασίσει ξαφνικά να βάλει τέλος στη ζωή της. Όπως υποστήριζαν, τίποτα στη συμπεριφορά της τις τελευταίες ημέρες δεν έδειχνε έναν άνθρωπο που είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια. Ο πατέρας της ανέφερε αργότερα ότι μόλις δύο ημέρες πριν από τον θάνατό της είχε πάει στον προπονητή της για να πάρει το δεύτερο νταν στις πολεμικές τέχνες με τις οποίες ασχολούνταν. Στα μάτια της οικογένειας, η Λίνα συνέχιζε να κάνει σχέδια και να προχωρά την καθημερινότητά της.
Όσο περνούσαν οι ημέρες, άρχισαν να εμφανίζονται νέα στοιχεία και νέοι ισχυρισμοί. Ένα από τα σημεία που προκάλεσαν ερωτήματα στην οικογένεια ήταν όσα ακούστηκαν για το κινητό τηλέφωνο της 22χρονης. Η μητέρα της εξέφρασε δημόσια την απορία της για το ποιοι είχαν πρόσβαση στη συσκευή μετά την πτώση της κόρης της και τι ακριβώς συνέβη τις ώρες που ακολούθησαν. Παράλληλα υποστήριξε ότι πολλά από τα μηνύματα που δεχόταν η Λίνα πριν από τον θάνατό της δεν βρέθηκαν ποτέ από την οικογένεια όταν παρέλαβε το κινητό.
Λίγο καιρό αργότερα εμφανίστηκε ακόμη ένα στοιχείο που ενίσχυσε τις υποψίες των γονιών της. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε η μητέρα της, μετά τον θάνατο της Λίνας έφτασε ένα μήνυμα από φίλη της, η οποία έκανε αναφορά σε ένα πρόσωπο από την περιοχή της Καλαμαριάς. Η φίλη φέρεται να υποστήριζε ότι η Λίνα της είχε εκμυστηρευτεί πως το συγκεκριμένο άτομο διέθετε προσωπικό βίντεο και την εκβίαζε. Η πληροφορία αυτή δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί την οικογένεια, η οποία θεωρούσε ότι αποτελούσε ένα από τα σημαντικά κομμάτια της υπόθεσης.
Οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν σε νέες έρευνες και καταθέσεις. Παράλληλα, στο επίκεντρο βρέθηκε και η υπόθεση των φωτογραφιών που είχαν διαρρεύσει μήνες πριν από τον θάνατό της. Η δικαστική διερεύνηση που ακολούθησε οδήγησε τρία άτομα στο εδώλιο για παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Η διαδικασία επικεντρώθηκε κυρίως στο πώς τραβήχτηκαν οι φωτογραφίες, πώς δημοσιεύτηκαν και πώς έφτασαν να κυκλοφορούν σε τόσους ανθρώπους χωρίς τη συγκατάθεση της Λίνας.
Στο Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών δύο από τους κατηγορούμενους αθωώθηκαν, ενώ ο άνθρωπος που είχε τραβήξει τις φωτογραφίες καταδικάστηκε σε ποινή κοινωνικής εργασίας. Παρά την απόφαση αυτή, οι γονείς της Λίνας θεωρούσαν ότι το βασικό ερώτημα παρέμενε αναπάντητο. Για εκείνους, η υπόθεση δεν αφορούσε μόνο τη διαρροή των φωτογραφιών αλλά και όλα όσα είχαν συμβεί μετά από αυτήν.
Τα επόμενα χρόνια η μητέρα της συνέχισε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές εκπομπές και να μιλά δημόσια για την υπόθεση. Σε συνεντεύξεις της κατήγγειλε ότι είχε δεχθεί απειλές προκειμένου να σταματήσει να αναζητά απαντήσεις. Υποστήριξε ακόμη ότι απειλές δέχθηκε και η μικρότερη κόρη της οικογένειας μέσω των κοινωνικών δικτύων. Οι καταγγελίες αυτές κατατέθηκαν στις αρμόδιες αρχές, ωστόσο δεν άλλαξαν την πορεία της κύριας έρευνας.
Τον Σεπτέμβριο του 2020 ήρθε η εξέλιξη που ουσιαστικά έκλεισε τον φάκελο της υπόθεσης. Η δικογραφία για τον θάνατο της Λίνας Κοεμτζή τέθηκε στο αρχείο, καθώς από την προκαταρκτική έρευνα δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης σχετικά με εγκληματική ενέργεια. Οι αρμόδιες αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να στηρίζουν διαφορετική ποινική αξιολόγηση της υπόθεσης.
Για την οικογένεια, όμως, η υπόθεση δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Οι γονείς της συνέχισαν να υποστηρίζουν ότι η κόρη τους είχε δεχθεί εκβιασμούς και πιέσεις που δεν διερευνήθηκαν σε όλο τους το εύρος και ότι αρκετά ερωτήματα παρέμειναν χωρίς απάντηση. Η υπόθεση της Λίνας συνέχισε να απασχολεί την κοινή γνώμη και επανήλθε δυναμικά στη δημόσια συζήτηση τον Δεκέμβριο του 2021, όταν ξέσπασε η υπόθεση του Στάθη Παναγιωτόπουλου. Τότε πολλοί θυμήθηκαν ξανά το όνομα της 22χρονης φοιτήτριας και τη σύνδεσαν με τη συζήτηση γύρω από το revenge porn, τη μη συναινετική διακίνηση προσωπικού υλικού και τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή στη ζωή ενός ανθρώπου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου