Νέα Ιωνία, Σάββατο 11 Νοεμβρίου 1995. Λίγο μετά τις οκτώ το πρωί, ένα αυτοκίνητο σταματά στην οδό Αγίας Φωτεινής, παράλληλη της λεωφόρου Ηρακλείου. Η Ολυμπία Κηρύκου κατεβαίνει από τη θέση του συνοδηγού. Φορά τζιν παντελόνι, πλεκτό πουλόβερ και μαύρο παλτό. Κρατά μια τσάντα. Η ώρα και το σημείο είναι συγκεκριμένα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν υπάρχει καμία επιβεβαιωμένη μαρτυρία ότι έφτασε στον χώρο εργασίας της ή ότι την είδε κάποιος άλλος. Τα ίχνη της χάνονται.
Η Ολυμπία είναι 29 ετών. Ζει με τον σύζυγό της, Δημήτρη Δημόπουλο, στην Καλογρέζα και εργάζεται στο κατάστημα Rex, στη λεωφόρο Ηρακλείου 263. Σύμφωνα με όσα δήλωσε η αδελφή του συζύγου της, Καίτη Δημοπούλου, ήταν εκείνη που τη μετέφερε με το αυτοκίνητό της εκείνο το πρωινό προς τη Νέα Ιωνία. Όπως ισχυρίστηκε, η Ολυμπία αποβιβάστηκε από το όχημα και κατευθύνθηκε προς την οδό Αρτεμισίας, στρίβοντας δεξιά. Η ίδια ανέφερε αργότερα ότι την παρακολουθούσε να απομακρύνεται για περίπου εκατό μέτρα, μέχρι που χάθηκε από το οπτικό της πεδίο.
Την Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995, ο Δημήτρης Δημόπουλος δηλώνει την εξαφάνιση της συζύγου του στο αστυνομικό τμήμα Νέας Ιωνίας. Στο σπίτι βρίσκεται ένα χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο, σύμφωνα με τα πεθερικά της Ολυμπίας, είχε αφήσει πριν φύγει. Το σημείωμα αναφέρει ότι μια γυναίκα με το όνομα Κική θα την έπαιρνε από τη δουλειά, ότι θα πήγαιναν στην Ελευσίνα για να παραλάβουν κάποια πράγματα και ότι θα επέστρεφε. Η συγκεκριμένη διαδρομή και το ραντεβού που περιγράφονται στο σημείωμα δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ολυμπία είχε κανονίσει εκείνη την ημέρα να πάει στην Ελευσίνα ή να συναντήσει το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Από τις πρώτες ημέρες, το περιβάλλον του συζύγου αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για οικειοθελή εξαφάνιση. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται κυρίως στο σημείωμα και στην υπόθεση ότι η Ολυμπία ήθελε να φύγει από έναν γάμο με σοβαρά προβλήματα. Ωστόσο, μια σειρά από στοιχεία δεν ενισχύουν αυτή τη γραμμή. Η Ολυμπία δεν είχε απουσιάσει ποτέ από την εργασία της χωρίς λόγο. Η ημέρα της εξαφάνισης ήταν Σάββατο, ημέρα που εργαζόταν κανονικά, ενώ θα μπορούσε να επιλέξει άλλη ημέρα με ρεπό. Δεν πήρε μαζί της προσωπικά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε καθημερινά, όπως το βαλιτσάκι με τα καλλυντικά της. Δεν πήρε έγγραφα, βιβλιάριο τραπέζης ή χρήματα, παρότι λίγες ημέρες αργότερα επρόκειτο να πληρωθεί από την εργασία της. Δεν πήρε ρούχα ή χρυσαφικά.
Ο τελευταίος άνθρωπος που ισχυρίστηκε ότι την είδε ζωντανή είναι η γυναίκα που τη μετέφερε με το αυτοκίνητο. Στις περιγραφές της, ανέφερε ότι το παλτό που φορούσε η Ολυμπία της φάνηκε περίεργο, επειδή, όπως είπε, εκείνη την ημέρα είχε ζέστη. Έπειτα από αίτημα προς τη Μετεωρολογική Υπηρεσία, προέκυψε ότι οι θερμοκρασίες της ημέρας ήταν χαμηλές για την εποχή, στοιχείο που καθιστά φυσιολογική τη χρήση παλτού. Η ίδια μάρτυρας δήλωσε επίσης ότι τα κλειδιά της Ολυμπίας βρέθηκαν μέσα στο όχημα. Σε αναπαράσταση που πραγματοποιήθηκε αργότερα με πανομοιότυπο αυτοκίνητο, διαπιστώθηκε ότι, αν τα κλειδιά είχαν πέσει στο μεταλλικό τσεπάκι της πόρτας, θα είχε παραχθεί θόρυβος.
Δεν υπάρχει καμία επιβεβαιωμένη μαρτυρία ότι κάποιος είδε την Ολυμπία μετά την αποβίβασή της από το αυτοκίνητο. Ένας άνδρας που φέρεται να την είδε εκείνη την ημέρα δεν εμφανίστηκε ποτέ δημόσια και δεν εξηγήθηκε πώς θυμόταν με βεβαιότητα ότι επρόκειτο για το συγκεκριμένο Σάββατο. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο άνθρωπος αυτός είχε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με την οδηγό.
Στο προσωπικό της περιβάλλον, η Ολυμπία περιγράφεται ως άνθρωπος που δεν συνήθιζε να διακόπτει επαφές χωρίς εξήγηση. Μιλούσε καθημερινά με τη μητέρα της, συνήθως τα βράδια. Την Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 1995, μία ημέρα πριν εξαφανιστεί, δεν επικοινώνησε μαζί της. Το ίδιο διάστημα, δεν εμφανίστηκε σε προγραμματισμένες συνεδρίες θεραπείας δέρματος, ούτε επισκέφθηκε τον αδελφό της Γιώργο όταν εκείνος νοσηλεύτηκε μετά την εξαφάνισή της. Δεν πήγε στη σχολή υπολογιστών που σκόπευε να παρακολουθήσει.
Αμέσως μετά την εξαφάνιση, άρχισαν ανώνυμα τηλεφωνήματα στο πατρικό της σπίτι και στη φίλη της Βάσω. Ο πατέρας της ανέφερε σε συνέντευξη το 1997 ότι μια γυναίκα τηλεφωνούσε χωρίς να μιλά. Κάποια στιγμή, η άγνωστη γυναίκα μίλησε και, σύμφωνα με τον ίδιο, η φωνή ήταν ίδια με εκείνη που τηλεφωνούσε τις πρώτες ημέρες της εξαφάνισης. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν επρόκειτο για τη φωνή της κόρης του. Τα τηλεφωνήματα συνεχίστηκαν μέχρι και το Πάσχα του 1997, με στόχο να ενισχύεται η εντύπωση ότι η Ολυμπία ζει.
Το 1996, μια γυναίκα τηλεφώνησε στην εκπομπή Φως στο Τούνελ και ισχυρίστηκε ότι είναι η Ολυμπία. Η ταυτότητά της δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, το τηλεφώνημα ενίσχυσε την πεποίθηση των γονιών ότι η κόρη τους είναι ζωντανή. Στο μεταξύ, δεν κατατέθηκε ποτέ μήνυση, δεν πραγματοποιήθηκε ενδελεχής έρευνα και δεν κλήθηκε το στενό της περιβάλλον να καταθέσει.
Στα χρόνια πριν την εξαφάνιση, ο γάμος της Ολυμπίας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Ο σύζυγός της διατηρούσε κρυφό τραπεζικό λογαριασμό, γεγονός που, όταν αποκαλύφθηκε, προκάλεσε έντονη ρήξη. Η προίκα της Ολυμπίας είχε χρησιμοποιηθεί για ανάγκες του συζύγου της χωρίς τη συγκατάθεσή της. Λίγες ημέρες πριν χαθούν τα ίχνη της, είχε εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για τον γάμο της και είχε δηλώσει σε συγγενικό πρόσωπο ότι δεν ήθελε παιδί μαζί του.
Για χρόνια, η υπόθεση παραμένει ουσιαστικά στάσιμη. Οι έρευνες της αστυνομίας σταματούν και ο φάκελος μένει ανοιχτός χωρίς εξέλιξη. Έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο ιδιωτικός ερευνητής Χάρης Βεραμόν επανεξετάζει την υπόθεση στο πλαίσιο της σειράς ντοκιμαντέρ Ίχνη στο σκοτάδι. Μέσα από αναπαραστάσεις και επανέλεγχο στοιχείων, αμφισβητείται η αξιοπιστία της βασικής μαρτυρίας και της διαδρομής που περιγράφηκε αρχικά.
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την εξαφάνιση, η υπόθεση ανατίθεται εκ νέου σε εισαγγελέα. Ο αδελφός της Ολυμπίας δίνει δείγμα DNA, με στόχο την ταυτοποίηση ενδεχόμενων ευρημάτων. Οι πληροφορίες που έρχονται στο φως δεν συνοδεύονται από συμπεράσματα ή απαντήσεις. Η χρονική ακολουθία των γεγονότων παραμένει η ίδια. Το πρωινό της 11ης Νοεμβρίου 1995, η Ολυμπία Κηρύκου κατεβαίνει από ένα αυτοκίνητο στη Νέα Ιωνία. Από εκεί και μετά, δεν υπάρχει τίποτα βέβαιο. Τα γεγονότα παραμένουν στη θέση τους, χωρίς ερμηνεία, περιμένοντας ακόμη να συνδεθούν.

Comments
Post a Comment