Θεόφιλος Σεχίδης: Το χρονικό του φονικού στη Θάσο

 


Ο Θεόφιλος Σεχίδης γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στον Λιμένα της Θάσου. Πέρασε εκεί τα πρώτα του χρόνια και αργότερα μετακόμισε στην Κομοτηνή για να σπουδάσει στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Στις 2 Ιουνίου 1992 έκανε αξονική τομογραφία που έδειξε εγκεφαλικές ανωμαλίες. Το ίδιο αποτέλεσμα βρέθηκε και χρόνια αργότερα, μετά τη φυλάκισή του, όταν έκανε ξανά την εξέταση.
Μέχρι το 1996 δεν είχε απασχολήσει σοβαρά τις αρχές. Ήταν φοιτητής, ζούσε σχετικά απομονωμένος και όσοι τον ήξεραν τον περιέγραφαν ως ήσυχο και μοναχικό. Στην οικογένειά του υπήρχαν κάποιες ιδιαιτερότητες και αργότερα αναφέρθηκε ότι είχε περάσει δύσκολες καταστάσεις. Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν παιδί άλλης μητέρας και ότι η οικογένειά του δεν του έλεγε την αλήθεια. Με τον καιρό, αυτή η σκέψη έγινε πεποίθηση πως του ασκούσαν ψυχολογικό πόλεμο.
Στις 21 Ιουλίου 1996 συνελήφθη στην Καβάλα έπειτα από αστυνομικό έλεγχο στο αυτοκίνητό του. Μέσα στο όχημα βρέθηκαν κοντόκαννη καραμπίνα, κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών και πρόστιμο 700.000 δραχμές, αλλά αφέθηκε ελεύθερος επειδή είχε λευκό ποινικό μητρώο.
Όμως, λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν ήδη συμβεί τα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν αργότερα.
Στις 19 Μαΐου 1996, ο Θεόφιλος Σεχίδης ήταν στη Θάσο, σε ηλικία 24 ετών. Στον Λιμένα, κοντά στην οικογένειά του, η ένταση που ένιωθε είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της.
Ο πρώτος άνθρωπος που σκότωσε ήταν ο θείος του, ο Βασίλης Σεχίδης. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά αργότερα, προηγήθηκε λογομαχία. Ο Θεόφιλος Σεχίδης πίστευε ότι ο θείος του ήθελε να τον σκοτώσει. Τον οδήγησε σε δασική περιοχή κοντά στον Λιμένα και εκεί τον έσπρωξε από γκρεμό στην περιοχή της Ακρόπολης. Ο θείος του έπεσε στη χαράδρα και τραυματίστηκε. Στη συνέχεια ο Θεόφιλος Σεχίδης του έκοψε το κεφάλι. Αργότερα είπε ότι το έκανε για να μην βασανίζεται άλλο.
Ο Βασίλης Σεχίδης είχε έρθει από το Βέλγιο ύστερα από παρακλήσεις του αδελφού του, του Δημήτρη, για μια υπόθεση που αφορούσε τον Θεόφιλο. Όπως αναφέρθηκε αργότερα, η οικογένεια ήθελε να πεισθεί ο νεαρός φοιτητής να επισκεφθεί ψυχίατρο, επειδή παρουσίαζε κάποια προβλήματα.
Ύστερα από τη δολοφονία του θείου του, ο Θεόφιλος Σεχίδης επέστρεψε στο πατρικό σπίτι. Εκεί περίμενε τον πατέρα του, τον Δημήτρη. Όταν ο Δημήτρης Σεχίδης εμφανίστηκε, ο Θεόφιλος Σεχίδης τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής στο κεφάλι με καραμπίνα. Σε άλλες καταθέσεις ο ίδιος είπε ότι ο πατέρας του κρατούσε μαχαίρι και ότι φοβήθηκε πως θα τον δολοφονούσε. Μετά τον πυροβολισμό, έκοψε την καρωτίδα αρτηρία του.
Λίγο αργότερα μπήκε στο σπίτι η μητέρα του, η Μαρία. Ο Θεόφιλος Σεχίδης είπε ότι και εκείνη κρατούσε μαχαίρι. Της άρπαξε το χέρι, την αφόπλισε και την αποκεφάλισε χρησιμοποιώντας δύο μαχαίρια. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, διαπιστώθηκε επίσης τραύμα από πυροβολισμό στο κεφάλι.
Αμέσως μετά εμφανίστηκε η αδελφή του, η Έμμυ, η Ερμιόνη Σεχίδη. Είχε ακούσει τη φασαρία και μπήκε στο σαλόνι. Ο Θεόφιλος Σεχίδης είπε ότι κρατούσε μαχαίρι, ενώ σε άλλες αναφορές αναφέρθηκε ότι κρατούσε ένα τασάκι για να αμυνθεί. Τη σκότωσε με τον ίδιο τρόπο που είχε σκοτώσει τη μητέρα του.
Στο σπίτι είχαν ήδη σκοτωθεί τέσσερα άτομα: ο θείος, ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή του.
Την επόμενη ημέρα, στις 20 Μαΐου 1996, στο σπίτι πήγε η γιαγιά του, η Ερμιόνη, εβδομήντα πέντε ετών. Ο Θεόφιλος Σεχίδης είπε αργότερα ότι πίστεψε πως και εκείνη ήθελε να τον τραυματίσει με μαχαίρι. Τη σκότωσε επίσης.
Όταν τελείωσαν οι δολοφονίες, μετέφερε τα πτώματα σε ένα δωμάτιο, καθάρισε τα αίματα και στη συνέχεια κοιμήθηκε.
Την επόμενη μέρα ο Θεόφιλος Σεχίδης άρχισε να τεμαχίζει τα πτώματα. Με σιδηροπρίονο και αργότερα, όπως καταγράφηκε, με αλυσοπρίονα, έκοψε τα σώματα, πρώτα τα χέρια, ύστερα τα πόδια και στο τέλος το υπόλοιπο σώμα. Μόνο το πτώμα του θείου του δεν τεμαχίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Καθώς προχωρούσε, αφαίρεσε τους εγκεφάλους από ορισμένα από τα θύματα και τους τοποθέτησε στο ψυγείο. Αργότερα είπε ότι είχε κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ότι ήθελε να εξετάσει την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Σε άλλη στιγμή ανέφερε ότι δύο ή τρεις εγκεφάλους τους έβγαλε και τους έβαλε στο ψυγείο για μεταγενέστερη μελέτη.
Όταν ολοκλήρωσε τον τεμαχισμό, έβαλε τα μέλη των σωμάτων σε μαύρες σακούλες απορριμμάτων. Στην αρχή σκέφτηκε να τα θάψει σε σκουπιδότοπο στη Θεσσαλονίκη. Έκανε τρία δρομολόγια με το φέρι μποτ της γραμμής, μεταφέροντας το φορτίο από τη Θάσο. Στη Θεσσαλονίκη φοβήθηκε τους φύλακες του δήμου και τελικά επέστρεψε. Πήγε στην Καβάλα και εκεί πέταξε τις σακούλες στη χωματερή. Άλλες αναφορές τοποθετούν την απόρριψη των σακουλών απευθείας στη χωματερή της Καβάλας, όπου βρέθηκαν τα ίχνη των εξαφανισμένων ανθρώπων. Όταν τελείωσε, γύρισε ξανά στη Θάσο.
Για κάποιο διάστημα, η ζωή του συνέχισε κανονικά. Πήγαινε στη Θάσο, τη Θεσσαλονίκη και τη Φλώρινα, εισέπραττε ενοίκια και έλεγε σε όσους ρωτούσαν πως η οικογένειά του ήταν στο εξωτερικό για τη νοσηλεία της αδελφής του. Για περίπου τρεις μήνες προσποιούνταν ότι δεν ήξερε πού βρίσκονταν οι συγγενείς του και ότι τους έψαχνε και ο ίδιος.
Στις αρχές Αυγούστου του 1996 η Ελένη Σεχίδη, σύζυγος του θείου του, που κατοικούσε στο Βέλγιο, άρχισε να ανησυχεί έντονα. Είχε μήνες να επικοινωνήσει με τον σύζυγό της και με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Έκανε καταγγελία στη βελγική αστυνομία για την εξαφάνιση όλων. Όταν οι αρχές δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν επαρκή στοιχεία ώστε να προχωρήσουν περισσότερο, η Ελένη Σεχίδη ταξίδεψε η ίδια στην Ελλάδα.
Στις 3 Αυγούστου βρέθηκε στη Φλώρινα. Εκεί είδε τον Θεόφιλο Σεχίδη να ψάχνει δήθεν τους χαμένους συγγενείς ανάμεσα σε χωριανούς και γνωστούς. Ήξερε ότι ο ανιψιός της ήταν ιδιόρρυθμος, αλλά τώρα παρατήρησε πως η συμπεριφορά του ήταν εντελώς αλλοπρόσαλλη. Από εκείνη τη στιγμή ενημέρωσε πιο έντονα τις αρχές.
Στις 8 Αυγούστου 1996 ο Θεόφιλος Σεχίδης προσήχθη από την αστυνομία ως ύποπτος για την εξαφάνιση πέντε μελών της οικογένειάς του. Ήταν είκοσι τεσσάρων ετών. Η πολύωρη ανάκριση που ακολούθησε αποκάλυψε τι είχε συμβεί τους μήνες που είχαν προηγηθεί. Ο Θεόφιλος Σεχίδης ομολόγησε ψύχραιμα ότι στις 19 και 20 Μαΐου είχε σκοτώσει τον πατέρα του Δημήτρη, τη μητέρα του Μαρία, την αδελφή του Έμμυ, τη γιαγιά του Ερμιόνη και τον θείο του Βασίλη.
Στους αστυνομικούς περιέγραψε τα γεγονότα με λεπτομέρειες. Είπε ότι διέπραξε τους φόνους σε άμυνα και ότι ήταν θύμα οικογενειακής συνωμοσίας. Επανέλαβε ότι οι δικοί του ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, ότι του έκαναν ψυχολογικό πόλεμο και ότι γνώριζε πως ήταν παιδί άλλης μάνας και δεν του έλεγαν την αλήθεια. Σε άλλη στιγμή είπε ότι ήταν άρρωστοι και ότι ήθελε να τους λυτρώσει. Αργότερα διατύπωσε το ίδιο σκεπτικό με άλλη φράση, λέγοντας ότι προστάτευε την ίδια του τη ζωή και ότι τους πρόλαβε πριν τον σκοτώσουν εκείνοι.
Η ψυχραιμία του κατά την ομολογία και αργότερα κατά την αναπαράσταση προκάλεσε έντονη εντύπωση. Στους αστυνομικούς είπε επίσης ότι δεν μετάνιωσε για τίποτα. Ανέφερε ότι ένα κεφάλι είχε ήδη σπάσει και τα μυαλά είχαν βγει, οπότε τα έβαλε στο ψυγείο. Είπε ακόμη ότι η λύτρωση από αυτούς είχε επέλθει για τον ίδιο και ότι όταν πίστευε πως είχε το δίκιο με το μέρος του, δεν ανησυχούσε.
Η υπόθεση έγινε αμέσως γνωστή σε όλη τη χώρα. Στις 8 και 9 Αυγούστου 1996, η είδηση κυριάρχησε σε εφημερίδες και τηλεοπτικά δελτία. Οι λεπτομέρειες του εγκλήματος μεταδίδονταν συνεχώς, ενώ η δημόσια εικόνα του Θεόφιλου Σεχίδη διαμορφωνόταν μέσα από πρωτοσέλιδα, ρεπορτάζ και περιγραφές που επαναλάμβαναν τις ίδιες σκηνές: το σπίτι στον Λιμένα της Θάσου, τις σακούλες που μεταφέρθηκαν με το φέρι μποτ, τους εγκεφάλους στο ψυγείο και τη φράση ότι τεμάχιζε τα θύματα ακούγοντας Tchaikovsky.
Μετά τη σύλληψή του, ο Θεόφιλος Σεχίδης τέθηκε υπό παρακολούθηση από ψυχιάτρους για πέντε μήνες. Στο διάστημα αυτό εξετάστηκε η συμπεριφορά του και επιχειρήθηκε να αποτυπωθεί η ψυχική του κατάσταση. Το συμπέρασμα που καταγράφηκε τότε ήταν ότι έπασχε από σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας και όχι από σχιζοφρένεια. Οι επιστήμονες έκριναν ότι δεν έχρηζε περίθαλψης και ότι είχε πλήρη ευθύνη και επίγνωση των πράξεών του. Παράλληλα, τονίστηκε ότι η οικογενειακή του κατάσταση είχε ιδιαιτερότητες και ότι ο Θεόφιλος Σεχίδης είχε βιώσει πολύ δύσκολες καταστάσεις.
Στις 20 Ιουνίου 1997 ο Θεόφιλος Σεχίδης οδηγήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας. Είχε περάσει περισσότερο από ένας χρόνος από τις δολοφονίες στη Θάσο και από τη στιγμή που η υπόθεση είχε αποκαλυφθεί δημόσια. Μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου βρέθηκε απέναντι στις κατηγορίες για τον θάνατο πέντε ανθρώπων, του θείου του Βασίλη, του πατέρα του Δημήτρη, της μητέρας του Μαρίας, της αδελφής του Έμμυ, της Ερμιόνης, και της γιαγιάς του, επίσης Ερμιόνης.
Πριν από τη δίκη είχε ήδη επαναλάβει όσα είχε πει στην αστυνομία. Υποστήριξε ότι είχε ενεργήσει σε άμυνα, ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με οικογενειακή συνωμοσία και ότι οι δικοί του τού έκαναν ψυχολογικό πόλεμο. Επανέλαβε ότι ήξερε πως ήταν παιδί άλλης μάνας και ότι δεν του έλεγαν την αλήθεια. Μέσα στο δικαστήριο η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αποτέλεσε βασικό στοιχείο της διαδικασίας. Οι ψυχίατροι που είχαν εξετάσει τον Θεόφιλο Σεχίδη κατέθεσαν ότι δεν ήταν παράφρων και ότι τα εγκλήματα διαπράχθηκαν ενσυνείδητα και εν επιγνώσει.
Ο εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή του για όλες τις πράξεις που του καταλογίζονταν. Πρότεινε να μην του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό. Η απόφαση του δικαστηρίου ακολούθησε την κατεύθυνση που είχε ήδη διαμορφωθεί από τις πραγματογνωμοσύνες. Ο Θεόφιλος Σεχίδης κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε πέντε φορές ισόβια κάθειρξη, μία για κάθε άνθρωπο που είχε σκοτωθεί.
Μετά την καταδίκη του, μεταφέρθηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού, όπου ξεκίνησε η μακρά περίοδος εγκλεισμού του. Τα χρόνια περνούσαν και το όνομά του εμφανιζόταν κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση. Η υπόθεση έμενε συνδεδεμένη με τα γεγονότα του Μαΐου 1996, την αναπαράσταση, τις καταθέσεις του και τις λεπτομέρειες που είχαν γίνει γνωστές από την αρχή.
Μετά τη φυλάκισή του υποβλήθηκε ξανά σε αξονική τομογραφία. Όπως και το 1992, η εξέταση έδειξε μη φυσιολογικά ευρήματα. Το στοιχείο αυτό προστέθηκε στα ήδη γνωστά δεδομένα που αφορούσαν την κατάστασή του.
Το 2010 ο ψυχίατρος του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών του Αττικού Νοσοκομείου, Γεώργιος Τζεφεράκος, διατύπωσε διαφορετική άποψη από εκείνη που είχε επικρατήσει στη δίκη. Δήλωσε ότι ο Θεόφιλος Σεχίδης έπασχε από σχιζοφρένεια και όχι από σχιζότυπη διαταραχή. Ανέφερε ότι σε πολλές περιπτώσεις στα αρχικά στάδια είναι δύσκολο να τεθεί οριστική διάγνωση, επειδή η κλινική εικόνα μπορεί να αλλάζει με τον χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, η δικαστική κρίση που είχε ήδη εκδοθεί δεν μεταβλήθηκε.
Το 2016 ο Θεόφιλος Σεχίδης κατέθεσε αίτηση αποφυλάκισης. Σύμφωνα με όσα προβλέπονταν από το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα, είχε το δικαίωμα να υποβάλει μία τέτοια αίτηση κάθε χρόνο, μετά τη συμπλήρωση ορισμένου αριθμού χρόνων στη φυλακή. Η αίτηση δεν έγινε δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
Στο τέλος του 2016 και στη διάρκεια του 2017 η πιθανότητα αποφυλάκισης έγινε ξανά αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Η αναφορά ότι ο Θεόφιλος Σεχίδης είχε δικαίωμα να ζητήσει υφ’ όρον απόλυση μεταφέρθηκε συχνά σαν να επρόκειτο για επικείμενη αποφυλάκιση. Εκείνη την περίοδο προβλήθηκε στο τοπικό κανάλι ΕΝΑ της Καβάλας ένα βίντεο με δηλώσεις του. Στο βίντεο επανέλαβε ότι σκότωσε την οικογένειά του επειδή είχαν σχέδιο να τον σκοτώσουν εκείνοι. Είπε ξανά ότι τους πρόλαβε.
Την ίδια περίοδο, η υπόθεση επανερχόταν συχνά μέσα από αναδρομές στα γεγονότα του 1996. Οι ίδιες σκηνές επαναλαμβάνονταν: το οικογενειακό σπίτι στον Λιμένα, οι μεταφορές με το φέρι μποτ, οι σακούλες στη χωματερή, η ομολογία, η αναπαράσταση και οι φράσεις που ακούστηκαν στην ανάκριση και στη δίκη. Ο Θεόφιλος Σεχίδης συνέχιζε να ζει στο ψυχιατρείο κρατουμένων, αντιμετωπίζοντας σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Ήταν υπέρβαρος και έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή.
Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 η ιστορία έφτασε στο τέλος της. Νωρίς το πρωί, στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού, ο Θεόφιλος Σεχίδης βρέθηκε νεκρός στα λουτρά, την ώρα του πρωινού μπάνιου. Είχε παρουσιάσει δυσκολία στην αναπνοή. Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο κρατουμένων, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Η πιθανότερη αιτία ήταν η ανακοπή καρδιάς. Τα σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχαν ήδη καταγραφεί. Ο Θεόφιλος Σεχίδης πέθανε σε ηλικία σαράντα έξι ετών, έπειτα από σχεδόν είκοσι δύο χρόνια εγκλεισμού.
Από τον Λιμένα της Θάσου, όπου μεγάλωσε, μέχρι το ψυχιατρείο κρατουμένων στον Κορυδαλλό, η πορεία του Θεόφιλου Σεχίδη έφτασε στο τέλος της. Τα γεγονότα που ξεκίνησαν στις 19 και 20 Μαΐου 1996 έμειναν αμετάβλητα με τον χρόνο. Οι πέντε ζωές που χάθηκαν, η έρευνα για την εξαφάνιση, η ομολογία, η δίκη, η καταδίκη και ο θάνατός του συνδέθηκαν σε μια αδιάκοπη αλυσίδα γεγονότων που ολοκληρώθηκε το πρωί της 12ης Φεβρουαρίου 2019.

Σχόλια