
Ο 23χρονος Παντελής Καζάκος, που εργάζεται ως φύλακας στην ΕΡΤ, φαίνεται να ζει μια συνηθισμένη ζωή. Ωστόσο, στο σπίτι του δείχνει εμμονή με εχθρούς και απειλές, φοράει στρατιωτική στολή και μιλά για κινδύνους που φαντάζεται.
Ο πατέρας του αργότερα περιγράφει έναν άνθρωπο που στο σπίτι φαίνεται «φυσιολογικός», αλλά είναι εμμονικός με πολέμους, εχθρούς και θρησκευτικές διαφορές. Μερικές φορές φορά στρατιωτική παραλλαγή και μιλά για απειλές και φανταστικούς κινδύνους. Στο μυαλό του έχει σχηματίσει την εικόνα ενός κόσμου χωρισμένου σε «δικούς» και «ξένους».
Οι καβγάδες με αλλοδαπούς στα λεωφορεία και οι διαπληκτισμοί που αναφέρει, λειτουργούν για εκείνον ως επιβεβαίωση μιας ιστορίας που έχει ήδη στο μυαλό του. Δεν είναι απλώς ενοχλήσεις, αλλά το έδαφος πάνω στο οποίο θα βασίσει αργότερα την απόφασή του να βγει οπλισμένος στους δρόμους.
Τα μεσάνυχτα της Τρίτης προς Τετάρτη, 19 προς 20 Οκτωβρίου 1999, ο Καζάκος φεύγει από το σπίτι του με ένα όπλο. Κατευθύνεται προς το κέντρο της Αθήνας, στη γειτονιά του Μεταξουργείου. Οι δρόμοι είναι σχεδόν άδειοι, τα φώτα των καταστημάτων λίγα, και οι πινακίδες φωτίζουν αραιά τις προσόψεις. Εκεί, ανάμεσα σε παλιά κτίρια, στενά πεζοδρόμια και μικρά μαγαζιά, βλέπει μια παρέα τριών ανδρών.
Τους πλησιάζει και τους ρωτά στα ελληνικά, με μια απλή ερώτηση, αν είναι Κούρδοι. Όταν απαντούν καταφατικά, η σκηνή αλλάζει αμέσως. Ο Καζάκος φωνάζει «εγώ είμαι ορθόδοξος», σηκώνει το πιστόλι και πυροβολεί οκτώ φορές. Οι σφαίρες χτυπούν τα σώματα των τριών προσφύγων. Ο Χοσεβί, 22 ετών, πέφτει και πεθαίνει σχεδόν αμέσως. Οι δύο φίλοι του, ο Γιουσέφ Ρασούλ, 27 ετών, και ο Σερίφ Χαντέλ τραυματίζονται σοβαρά.
Ο πρώτος τραυματίζεται στα πόδια. Ο δεύτερος μεταφέρεται στην εντατική, δίνει μάχη για τη ζωή του και τελικά επιβιώνει, αλλά μένει παράλυτος για πάντα. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σε έναν δρόμο όπου η πόλη συνεχίζει να κινείται, με αυτοκίνητα, φώτα και ανθρώπους που σπεύδουν να βοηθήσουν.
Η αστυνομία φτάνει στο σημείο, τα περιπολικά ανάβουν τους φάρους και το ασθενοφόρο μεταφέρει τους τραυματίες στον Ευαγγελισμό. Στις πρώτες αναφορές, η υπόθεση παρουσιάζεται ως πιθανό «ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ αλλοδαπών». Ωστόσο, οι τρεις άνδρες επιμένουν ότι ο δράστης είναι Έλληνας, άγνωστος σε αυτούς, που τους ρώτησε για την καταγωγή τους και μετά άνοιξε πυρ.
Βρίσκονται στη χώρα μόλις ενάμιση μήνα και δεν τον έχουν ξαναδεί ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, στην αρχική παρουσίαση των γεγονότων, η πραγματικότητα καλύπτεται από στερεότυπα. Το ρεπορτάζ περνά απαρατήρητο και τα γραπτά για το περιστατικό δεν αποτυπώνουν ακόμα το μέγεθος του μίσους που το προκάλεσε.
Ο Καζάκος συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Το πρωί πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του στην ΕΡΤ, μπαίνει στο κτήριο, ακολουθεί τη ρουτίνα του και κινείται στους διαδρόμους της κρατικής τηλεόρασης, ενώ λίγες ώρες πριν έχει σκοτώσει έναν άνθρωπο και τραυματίσει δύο άλλους. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον υπάλληλο και τον ένοπλο θα μείνει ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της υπόθεσης.
Δύο μέρες αργότερα, το κέντρο της Αθήνας γίνεται ξανά σκηνή εγκλήματος. Ο Καζάκος βγαίνει πάλι στους δρόμους, ακολουθώντας μια διαδρομή που ξεκινά από την πλατεία Κουμουνδούρου και περνά από τη Λιοσίων, τα Εξάρχεια και την Κεραμεικού. Από τις 21.00 το βράδυ μέχρι τις 04.30 το πρωί κινείται σαν να κάνει μια μεγάλη βόλτα, αλλά κάθε στάση του συνοδεύεται από πυροβολισμούς.
Στη διασταύρωση των οδών Σαρρή και Επικούρου, συναντά τον 23χρονο Κόφι Τόμι από τη Γκάνα, που πουλά ρολόγια και περπατά ήρεμα στο πεζοδρόμιο. Χωρίς προειδοποίηση, ο Καζάκος βγάζει το όπλο και τον πυροβολεί δύο φορές, τραυματίζοντάς τον σοβαρά. Ενώ ο Κόφι Τόμι μεταφέρεται στο νοσοκομείο, ο Καζάκος συνεχίζει τη διαδρομή του.
Λίγο αργότερα, στην οδό Κλεισθένους, στο κέντρο της πόλης, πυροβολεί έναν ακόμη μετανάστη, τον Μοχάμεντ Ντάντον, που τραυματίζεται στο πρόσωπο. Την ίδια νύχτα, αφού έχει ήδη αφήσει πίσω του τραυματίες, φτάνει στα Εξάρχεια. Στην οδό Καλλιδρομίου, η γειτονιά είναι ήσυχη, με λίγα ανοιχτά μαγαζιά, φώτα στα μπαλκόνια και βήματα που ακούγονται στο πλακόστρωτο.
Εκεί, ο Καζάκος πυροβολεί τρεις φορές έναν 34χρονο, τον Τίμοθι Αμπντούλ από τη Νιγηρία. Ο άντρας πέφτει αιμόφυρτος στο πεζοδρόμιο, αλλά επιζεί. Αργότερα, στο δικαστήριο, θα εξηγήσει με απλά λόγια γιατί, κατά τη γνώμη του, ο δράστης δεν είναι «τρελός», αλλά «τυφλός από μίσος και ρατσισμό».
Η διαδρομή του Καζάκου εκείνη τη νύχτα συνεχίζεται. Στη Λιοσίων, πυροβολεί τον 30χρονο Αχμέντ Νισάρ από το Πακιστάν, που τραυματίζεται αλλά επιβιώνει. Στην περιοχή του Κεραμεικού, στο κέντρο της παλιάς βιομηχανικής ζώνης της πόλης, στοχεύει τον 30χρονο Σαάντ ελ Κάντι από την Αίγυπτο, ο οποίος σκοτώνεται από τρεις σφαίρες.
Οι δρόμοι γεμίζουν με ασθενοφόρα, περιπολικά και ανθρώπους που φωνάζουν και προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Η αστυνομία κινείται συνεχώς, στήνει μπλόκα, κάνει ελέγχους και προσαγωγές. Ψάχνει έναν ένοπλο που μέσα σε λίγες ώρες έχει μετατρέψει το κέντρο της πόλης σε μια διαδρομή με τραυματίες και νεκρούς.
Γύρω στις 04.00 τα ξημερώματα, ο Καζάκος συναντά έναν παλιό γνωστό του, τον 22χρονο ναυτικό Αποστόλη Αποστόλου. Η πόλη είναι σχεδόν άδεια, με λίγα αυτοκίνητα και ανθρώπους που επιστρέφουν αργά στα σπίτια τους. Ο Αποστόλου βρίσκεται στην Ομόνοια. Ο Καζάκος τον πλησιάζει και του ζητά να τον ακολουθήσει για να του δείξει πώς γίνονται «μυστικές αποστολές». Μαζί κατεβαίνουν προς την Πειραιώς. Συναντούν έναν μελαψό άντρα και τον ακολουθούν για λίγο.
Ο Καζάκος στρέφεται προς τον Αποστόλου και του λέει: «κοίτα τώρα». Βγάζει το πιστόλι και πυροβολεί τρεις φορές. Το θύμα είναι ο Τζορτζ Ουντεσιάνι από τη Γεωργία. Μία από τις σφαίρες τον χτυπά στο στήθος. Στην οδό Ηπείρου, στα Εξάρχεια, πέφτει νεκρός.
Καθώς όλα αυτά συμβαίνουν, το κέντρο της Αθήνας είναι χαοτικό. Περιπολικά με σειρήνες, ασθενοφόρα που πηγαινοέρχονται, αστυνομικοί που ρωτούν μάρτυρες και συγκεντρώνουν πληροφορίες. Οι επιθέσεις δεν γίνονται κρυφά, αλλά σε δρόμους γεμάτους κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, ο δράστης δεν προσπαθεί να εξαφανιστεί ή να κρυφτεί. Συνεχίζει να περπατά στα στενά. Ο απολογισμός είναι βαρύς: δύο νεκροί και επτά τραυματίες, όλοι αλλοδαποί, άνθρωποι που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, με κοινό μόνο την καταγωγή και το χρώμα τους.
Στις 04.30 τα ξημερώματα, στην οδό Μυλλέρου στο Μεταξουργείο, η αστυνομία ολοκληρώνει την καταδίωξη. Ένα μπλόκο σταματά τον Καζάκο και τον Αποστόλου. Οι αστυνομικοί τους ελέγχουν, τους ακινητοποιούν και τους συλλαμβάνουν. Στην τσέπη του ναυτικού βρίσκουν ένα μικρό πακέτο ηρωίνης.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι και ο Καζάκος είχε μαζί του ηρωίνη εκείνη τη νύχτα. Όμως το σημαντικότερο δεν είναι η κατοχή ναρκωτικών, αλλά ότι ο άνθρωπος που συνέλαβαν είναι αυτός που για τρεις ημέρες σκόρπιζε τον θάνατο στους δρόμους της Αθήνας.
Ακολουθεί μια δεκάωρη ανάκριση. Στην αρχή, ο Καζάκος αρνείται κάθε εμπλοκή, αλλά όσο περνά η ώρα, παραδέχεται τα πάντα. «Εγώ τα έκανα όλα, γιατί δεν γουστάρω τους ξένους», λέει. Εξηγεί ότι παίρνει το πιστόλι μαζί του και, όταν βρίσκει ευκαιρία, πυροβολεί εναντίον αλλοδαπών. Αναφέρει διαπληκτισμούς με Αλβανούς, έναν καβγά με Κούρδους το βράδυ πριν από την πρώτη δολοφονία και έναν ξυλοδαρμό που λέει ότι έπαθε στην Ομόνοια. Όμως οι εξηγήσεις του δεν αλλάζουν την ουσία των πράξεών του.
Κάποια στιγμή υποστηρίζει ότι «πήρε εντολή να σκοτώσει ξένους» και όταν τον ρωτούν από ποιον, απαντά «από τον εαυτό μου». Η εικόνα που προκύπτει είναι ενός ανθρώπου χωρίς τύψεις. Δηλώνει ότι δεν μετανιώνει, ότι πιστεύει πως με τις πράξεις του προσφέρει «υπηρεσία στην πατρίδα» και ότι «το κακό με τους αλλοδαπούς έχει παραγίνει».
Σε μια χαρακτηριστική στιγμή της διαδικασίας, συναντά τον πατέρα του. Τον ρωτά: «ο κόσμος με θεωρεί ήρωα ή φονιά;». Η απάντηση έρχεται αμέσως: «φονιά σε λένε». Πριν και μετά από αυτόν τον διάλογο, οι δηλώσεις και των δύο ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους.
Ο πατέρας του, προσπαθώντας να τον προστατεύσει από τα ισόβια, επαναλαμβάνει ότι ο γιος του έχει ψυχολογικά προβλήματα, βλέπει πολέμους στο μυαλό του, ακούει φωνές και πιστεύει πως έχει «εντολές από την κυβέρνηση» να εξαφανίσει αλλόθρησκους. Για το παρελθόν, λέει ότι ο Παντελής δεν είχε φίλους, φοβόταν ότι οι μουσουλμάνοι θα σφάξουν τους χριστιανούς και καθόταν μόνος του και παραμιλούσε.
Την ίδια περίοδο, αποκαλύπτονται πληροφορίες για τις πολιτικές του σχέσεις. Συμμαθητές του από το 34ο Λύκειο λένε ότι ήταν μέλος της Χρυσής Αυγής, ενώ ένας καθηγητής θυμάται ότι από μικρός είχε εκφράσει νεοναζιστικές ιδέες. Στο δικαστήριο, ο συνήγορος Πολιτικής Αγωγής παρουσιάζει μια φωτογραφία όπου ο Καζάκος κρατά πανό της οργάνωσης σε πορεία. Ο πατέρας αρνείται ότι είναι ο γιος του στη φωτογραφία, αλλά η εικόνα έχει ήδη διαμορφωθεί: ένας νεαρός, οπαδός νεοναζιστικής οργάνωσης, που περνά από την ιδεολογία στη βίαιη πράξη και στοχεύει ανθρώπους μόνο λόγω καταγωγής.
Στη δίκη που ακολουθεί, η αίθουσα γεμίζει με ανθρώπους από διάφορα μέρη του κόσμου, διερμηνείς, συγγενείς θυμάτων και ανθρώπους που φέρουν ακόμα τα σημάδια από τις σφαίρες. Οι συνήγοροι του Καζάκου, ο Γ. Πρασσιανάκης και ο Χρ. Μαρκογιαννάκης, βασίζουν την υπεράσπισή τους στα ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορούμενου. Ο ίδιος παρουσιάζεται ως «ψυχασθενής», τοξικοεξαρτημένος, άτομο που είχε νοσηλευτεί στη θεραπευτική κοινότητα «Στροφή» και που, σύμφωνα με την οικογένειά του, είχε αρχίσει να παρουσιάζει διαταραγμένη συμπεριφορά από τον στρατό.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα στέκονται τα θύματα. Ο Τίμοθι Αμπντούλ, ο Νιγηριανός που δέχτηκε τρεις σφαίρες στα Εξάρχεια και επέζησε, περιγράφει στο δικαστήριο τον άνθρωπο που τον πυροβόλησε. Δεν τον βλέπει ως κάποιον που χτυπά τυφλά. Λέει ότι αν ήταν πραγματικά τρελός, θα είχε πυροβολήσει και Έλληνες, όχι μόνο μαύρους. Για εκείνον, ο δράστης είναι «τυφλός από το μίσος και τον ρατσισμό του», όχι από κάποια ακαθόριστη ψυχική ασθένεια. Αυτή η φράση συνοψίζει απλά αυτό που φαίνεται ήδη από τα στοιχεία της υπόθεσης: τα θύματα δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, δεν γνωρίζονται, δεν τον γνωρίζουν. Το μόνο κοινό τους είναι ότι είναι αλλοδαποί.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο εξετάζει καταθέσεις, ιατροδικαστικές εκθέσεις και μαρτυρίες αστυνομικών και περαστικών. Η προσπάθεια να αποδοθεί η συμπεριφορά του δράστη σε μειωμένο καταλογισμό δεν πείθει. Ο Καζάκος κρίνεται ένοχος για δύο ανθρωποκτονίες από πρόθεση και επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας. Η ποινή είναι δις ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη συνολικά. Το δικαστήριο δεν του αναγνωρίζει το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού και του στερεί τα πολιτικά του δικαιώματα δια βίου.
Το 2002, η υπόθεση επιστρέφει στο Εφετείο. Ο πατέρας του είναι ξανά παρών και επαναλαμβάνει όσα είχε πει: τις φωνές, τις εντολές, την πεποίθηση του γιου του ότι πρέπει να «εξαφανίσει αλλόθρησκους» επειδή είναι εχθροί του τόπου. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση δεν αλλάζει. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο επικυρώνει την πρωτόδικη απόφαση, υιοθετεί την πρόταση του εισαγγελέα και, με ομόφωνη απόφαση, διατηρεί τη δις ισόβια κάθειρξη και τα 25 χρόνια για τις απόπειρες.
Ο Παντελής Καζάκος οδηγείται στη φυλακή. Τα χρόνια περνούν και οι άνθρωποι που επέζησαν ζουν με τις συνέπειες των πυροβολισμών: κινητικά προβλήματα, σωματικές αναπηρίες και μνήμες που δεν σβήνουν. Το 2013, ο δράστης ζητά αποφυλάκιση, αλλά το αίτημα απορρίπτεται και η ποινή παραμένει.
Παράλληλα, η ιστορία του περνά και στη μυθοπλασία. Το 2000, ένα επεισόδιο της σειράς «Κόκκινος Κύκλος» με τίτλο «Σκουπίδια» αντλεί έμπνευση από τα γεγονότα του Οκτωβρίου 1999, παρουσιάζοντας στην οθόνη έναν άνθρωπο που βγαίνει στη νύχτα της πόλης για να σκοτώσει όσους θεωρεί «ξένους». Οι χαρακτήρες, τα ονόματα και οι λεπτομέρειες αλλάζουν, αλλά ο πυρήνας της ιστορίας παραμένει αναγνωρίσιμος για όσους γνωρίζουν την υπόθεση.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου