Πριν τον «Άγγελο»: Η Πραγματική Ιστορία του Χρήστου Ρούσσου

 


Η Αθήνα της δεκαετίας του ’70 είναι σε ένα μεταβατικό σημείο. Οι δρόμοι γεμίζουν φώτα, μαγαζιά, νέες μουσικές, όμως κάτω από την επιφάνεια, οι σκιές παραμένουν σκληρές. Η μεταπολίτευση έχει φέρει ανάσα ελευθερίας, αλλά οι άνθρωποι κουβαλούν ακόμα φόβους, προκαταλήψεις και άγραφους κανόνες. Μέσα σε αυτή την πόλη, ανάμεσα σε στολές, διαταγές και βραδινές περιπολίες, μεγαλώνει ένας νεαρός που προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι.

 Ο Χρήστος Ρούσσος είναι 19 χρονών, υπηρετεί στο Πολεμικό Ναυτικό και μοιάζει, προς τα έξω, με χιλιάδες άλλους συνομηλίκους του. Σιωπηλός, παρατηρητικός, με μια εσωτερική ένταση που δεν βρίσκει διέξοδο, μπαίνει στον κόσμο των ενηλίκων την ώρα που η κοινωνία γύρω του δείχνει να μην είναι έτοιμη ούτε για τον ίδιο ούτε για όσους του μοιάζουν.

Σε ένα άλλο διαμέρισμα, όχι πολύ μακριά από τα στέκια της λεωφόρου Συγγρού, ζει ο Ανέστης Παπαδόπουλος. Λίγα χρόνια μεγαλύτερος, επίσης ναύτης, κινείται με μεγαλύτερη άνεση στον κρυφό χάρτη της πόλης. Γνωρίζει τα μέρη που συναντιούνται άντρες μετά τη δύση του ήλιου, τα πάρκα όπου οι ματιές κρατούν λίγο παραπάνω, τις γκαρσονιέρες όπου η μέρα δεν φτάνει ποτέ. 

Ο Ανέστης δείχνει πιο σίγουρος, πιο αποφασισμένος να ζήσει όπως θέλει, έστω και αν αυτό σημαίνει να βαδίζει σε δρόμους που οι περισσότεροι προσποιούνται ότι δεν βλέπουν. Η μικρή γκαρσονιέρα του στην Καλλιθέα γίνεται το κέντρο της ζωής του: ένα καταφύγιο μακριά από μάτια γειτόνων και συγγενών, ένας χώρος όπου μπορεί να υπάρξει όπως πραγματικά είναι.

Όταν γνωρίζονται, οι δύο νεαροί κουβαλούν διαφορετικές διαδρομές αλλά παρόμοιες ανάγκες. Η σχέση τους ξεκινά αρκετά γρήγορα. Ο Χρήστος βρίσκει επιτέλους κάποιον στον οποίο μπορεί να αφεθεί, να αγαπήσει, να μοιραστεί πράγματα που μέχρι τότε κρατούσε κρυφά. 

Ο Ανέστης βρίσκει έναν σύντροφο που τον κοιτάζει με απόλυτη αφοσίωση, ένα αγόρι έτοιμο να τα δώσει όλα για τον έρωτα. Ζουν σχεδόν μαζί για περίπου δύο χρόνια, ανάμεσα σε υπηρεσίες στο Ναυτικό, κλεφτές συναντήσεις και νύχτες που τελειώνουν πάντα μέσα στους ίδιους τέσσερις τοίχους. Εκεί, μακριά από την πόλη που τους αρνείται, στήνουν τη δική τους μικρή καθημερινότητα: φθηνό φαγητό, κουβέντες μέχρι αργά, υποσχέσεις για ένα μέλλον που μοιάζει αβέβαιο αλλά τους δίνει δύναμη.

Έξω από την πόρτα τους, η Αθήνα κοιτά αλλού. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις δεν ήταν αποδεκτές. Στα πάρκα, οι περιπολίες της Αστυνομίας γίνονται με σκληρότητα: επιδρομές, προσβολές, σπρωξιές, συλλήψεις χωρίς εξήγηση. Όποιος τολμά να δείξει ανοιχτά τον ερωτικό του προσανατολισμό, κινδυνεύει να βρεθεί σε ένα τμήμα με κατηγορίες ασαφείς αλλά συνέπειες πολύ συγκεκριμένες. Οι πιάτσες της Συγγρού γεμίζουν τη νύχτα με άντρες που αναζητούν λίγες στιγμές επαφής, ενώ την ημέρα η ίδια λεωφόρος αλλάζει πρόσωπο και μετατρέπεται σε μια συνηθισμένη αρτηρία κυκλοφορίας. Εκεί που άλλοι βλέπουν φώτα και βιτρίνες, κάποιοι ξέρουν πως κρύβονται ιστορίες φόβου, επιβίωσης και σιωπηλής βίας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η σχέση του Χρήστου και του Ανέστη αρχίζει να βαραίνει. Σύμφωνα με όσα αφηγείται αργότερα ο Χρήστος, ο σύντροφός του δεν αρκείται πια στη ζωή μέσα στη γκαρσονιέρα. Θέλει να τον σπρώξει σε μια άλλη πραγματικότητα, πιο σκληρή και επικίνδυνη. Η πίεση, όπως την περιγράφει ο ίδιος, γίνεται σταδιακά αφόρητη: προτάσεις που στην αρχή μοιάζουν με αστείο, μετά με απαίτηση, στο τέλος με τελεσίγραφο. Ο Ανέστης, μέσα από τα δικά του κίνητρα και φόβους, προσπαθεί να τον πείσει να βγει στο πεζοδρόμιο, να ντυθεί γυναίκα, να σταθεί στις πιάτσες των τρανς της Συγγρού και να εκδίδεται. Για τον Χρήστο, που ήδη παλεύει με την ενοχή, τον φόβο και το νεαρό της ηλικίας του, η ιδέα αυτή γίνεται πηγή καθημερινού εσωτερικού πολέμου.

Ο στρατός προσθέτει ένα δεύτερο στρώμα πίεσης. Η στολή, οι κανονισμοί, η ανάγκη να κρύβει συνεχώς ένα κομμάτι του εαυτού του, όλα αυτά τον πιέζουν από παντού. Δεν έχει κανέναν να μιλήσει ανοιχτά για όσα ζει. Οι γονείς του δεν γνωρίζουν τίποτα, οι φίλοι του βλέπουν μόνο όσα θέλει να δείξει. Ο ίδιος εκφράζει χρόνια αργότερα την ανάγκη που θα είχε τότε από έναν άνθρωπο να τον τραβήξει μακριά από τη σχέση, να του πει πως μπορεί να ζήσει διαφορετικά. Αντί γι’ αυτό, εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο ανάμεσα στον φόβο να χάσει τον άνθρωπο που αγαπά και στον φόβο να παραδοθεί σε μια ζωή που τον τρομάζει.

Οι εντάσεις στο ζευγάρι γίνονται ολοένα πιο συχνές. Στην αρχή είναι κουβέντες που τελειώνουν απότομα, μετά φωνές, στη συνέχεια σπρωξίματα, βίαιες εκρήξεις. Ο Χρήστος αντιδρά έντονα κάθε φορά που η συζήτηση γυρίζει στη Συγγρού και στην προοπτική να βγει στο πεζοδρόμιο. Την πρώτη φορά που ο Ανέστης το προτείνει, έστω και σαν φαινομενικό αστείο, εκείνος αντιδρά με ένα χαστούκι, σαν να προσπαθεί να κόψει τη συζήτηση από τη ρίζα της. Όμως το θέμα επιστρέφει, ξανά και ξανά, μέχρι που ο Χρήστος αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά τη φυγή. Σχεδιάζει να εξαφανιστεί, να φύγει για κάποιο νησί, να γίνει λιποτάκτης αν χρειαστεί, μόνο και μόνο για να ξεφύγει από την ασφυκτική πίεση που νιώθει.

Το βράδυ της 7ης Απριλίου 1976, το τέλος έρχεται μέσα σε λίγα λεπτά. Στη γκαρσονιέρα της Καλλιθέας, όπου έχουν περάσει τόσες νύχτες κοιτώντας ο ένας τον άλλον σαν να μην υπάρχει τίποτε έξω από το δωμάτιο, η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική. Ο Χρήστος έχει ήδη αποφασίσει μέσα του ότι θα φύγει, χωρίς να το γνωρίζει ο Ανέστης. 

Οι δυο τους μιλούν, η ένταση ανεβαίνει, οι κουβέντες γίνονται πιο σκληρές. Κάποια στιγμή, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Χρήστος, ζητά να αλλάξει ο ρόλος τους στην ερωτική τους ζωή, να πάρει ο ίδιος τον έλεγχο, ίσως σαν μια ύστατη προσπάθεια να διεκδικήσει τον εαυτό του. Η αντίδραση του Ανέστη είναι βίαιη. Τον σπρώχνει, του λέει με άγριο τρόπο ότι «θα γίνει γυναίκα», πως αυτό είναι οριστικό. Σε εκείνη τη στιγμή, στην κορύφωση ενός χρόνιου ψυχολογικού αδιεξόδου, ο Χρήστος περιγράφει ότι «τρελαίνεται», ότι γίνεται «ένας άλλος άνθρωπος».

Το μαχαίρι βρίσκεται κάπου κοντά, ένα κοινό αντικείμενο στην κουζίνα μιας μικρής γκαρσονιέρας. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η ένταση ξεφεύγει από τα όρια της λεκτικής σύγκρουσης. Ο Χρήστος αρπάζει το μαχαίρι. Το ζευγάρι, που μέχρι τότε μοιραζόταν το κρεβάτι και τις νύχτες, βρίσκεται τώρα σε μια σιωπηλή μάχη που θα κρατήσει ελάχιστα. 

Ο νεαρός επιτίθεται, μαχαιρώνει τον Ανέστη και στη συνέχεια, σε μια πράξη τελικής ρήξης, του κόβει τον λαιμό. Ο θάνατος είναι ακαριαίος. Το δωμάτιο, που μέχρι τότε ήταν χώρος κρυφής τρυφερότητας, μετατρέπεται σε σκηνή εγκλήματος. Ό,τι δεν ειπώθηκε σε λόγια, γράφεται πια με αίμα σε πλακάκια, σεντόνια και τοίχους.

Η είδηση απλώνεται το επόμενο πρωί με τρομακτική ταχύτητα. Οι εφημερίδες γεμίζουν με τεράστιους τίτλους, φορτωμένους χαρακτηρισμούς και φράσεις που σήμερα μοιάζουν αδιανόητες. Οι περιγραφές δεν ασχολούνται μόνο με το έγκλημα, αλλά κυρίως με το ποιοι ήταν οι δύο άντρες και τι σήμαινε η σχέση τους για τις αντιλήψεις της εποχής. 

Η υπόθεση φτάνει μέχρι και στο πιο απομακρυσμένο χωριό, όχι μόνο επειδή ένας ναύτης σκότωσε έναν άλλο, αλλά κυρίως επειδή η κοινωνία έρχεται, ίσως για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά, αντιμέτωπη με μια ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο άντρες. Αντί να ψάξει τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τους τίτλους, προτιμά να κλείσει πιο σφιχτά τα μάτια.

Ο Χρήστος συλλαμβάνεται και οδηγείται αρχικά στις ναυτικές φυλακές της Ψυττάλειας. Εκεί, βιώνει μια πρώτη μορφή απομόνωσης. Τον κλείνουν μόνο του, σε έναν θάλαμο όπου οι μέρες μοιάζουν να μην έχουν διάρκεια και οι ώρες πέρασμα. Δεν έχει δικαίωμα ουσιαστικής επαφής με τους υπόλοιπους κρατούμενους. Περιμένει τα βράδια για να μπορεί να ονειρευτεί, να ξεφεύγει έστω για λίγο από τους τέσσερις τοίχους. Οι άλλοι κρατούμενοι έχουν προειδοποιηθεί να μην περνούν ούτε έξω από το παράθυρό του. Η υπόθεση που τον έχει φέρει εκεί είναι γνωστή και αρκεί για να τον απομονώσει ακόμη και μέσα στη φυλακή.

Τον Οκτώβριο του 1976, έξι μήνες μετά το έγκλημα, η υπόθεση φτάνει στο Διαρκές Ναυτοδικείο Πειραιά. Η απόφαση είναι βαριά: ισόβια κάθειρξη. Το δικαστήριο δεν του αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό, ούτε του πρότερου έντιμου βίου, ούτε της ηλικίας του, παρότι δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι. Η ζωή του αλλάζει οριστικά πορεία. Από τις ναυτικές φυλακές της Ψυττάλειας, μεταφέρεται στο πιο σκληρό σωφρονιστικό ίδρυμα της εποχής, τις φυλακές της Κέρκυρας. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Εκεί κρατούν όσους θεωρούν «δύσκολους», όσους έχουν κάνει φασαρίες σε άλλες φυλακές, όσους θεωρούνται παραδειγματικά επικίνδυνοι.

Το ταξίδι προς την Κέρκυρα είναι και το πέρασμα σε έναν νέο κόσμο. Στην κλούβα, ένας άλλος κρατούμενος τον ρωτά τι έκανε για να τον στείλουν σε τόσο αυστηρή φυλακή. Ο Χρήστος απαντά ότι δεν ξέρει. Ο κρατούμενος του λέει πως «θα φάει το σοπάκι του», χωρίς να εξηγεί περισσότερα. Στην γλώσσα της φυλακής, το «σοπάκι» σημαίνει ξύλο, μια σιωπηλή «υποδοχή» για όσους θεωρούνται ότι πρέπει να σπάσουν από την πρώτη στιγμή. Ένας αστυνομικός ακούει τη συνομιλία και επεμβαίνει ενημερώνοντας τους υπεύθυνους ότι ο συγκεκριμένος κρατούμενος δεν έχει πειθαρχικά παραπτώματα. Έτσι, ο Χρήστος γλιτώνει το άμεσο ξυλοδαρμό, όχι όμως και τη σκληρότητα της καθημερινότητας που ακολουθεί.

Στην Κέρκυρα, ο χρόνος αποκτά άλλη μορφή. Η πειθαρχία είναι αμείλικτη, οι ποινές για κάθε μικρή παράβαση βαριές. Όταν ένας ηλικιωμένος κρατούμενος τολμά να ζητήσει φάρμακα γιατί πονάει, η απάντηση είναι ξύλο και ειρωνεία. Ο Χρήστος παρατηρεί, απορροφά, μαθαίνει. Δεν δέχεται σωματική βία στην υποδοχή, όμως ζει σε ένα περιβάλλον όπου ο φόβος είναι συνεχής. Εκεί, ξεκινά να γράφει. Στην απομόνωση, τα χαρτιά γίνονται ο μόνος του συνομιλητής. Ποιήματα, σκέψεις, σημειώσεις για όσα βλέπει γύρω του, για τους βασανισμούς, για τις συνθήκες στα κελιά, για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να μικραίνει μέρα με τη μέρα και ταυτόχρονα να προσπαθεί να κρατήσει κάτι από την αξιοπρέπειά του.

Με τα χρόνια, ο Χρήστος μετατρέπεται σε μια φιγούρα που απασχολεί όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους ίδιους τους κρατούμενους. Παλεύει για τα δικαιώματα των ανθρώπων μέσα στις φυλακές, μιλά για τις συνθήκες, συγκρούεται με τις διοικήσεις, διεκδικεί ανθρώπινη μεταχείριση. Ο χρόνος περνά με διάβασμα, γράψιμο, ζωγραφική και συνεχείς μάχες γύρω από το τι σημαίνει «σωφρονισμός». Η υπόθεσή του δεν ξεχάνεται, όμως η κοινωνία ασχολείται μαζί της μόνο όταν υπάρχει αφορμή, ένα δημοσίευμα, μια απόφαση, μια πολιτική κίνηση.

Το 1986, δέκα χρόνια μετά το έγκλημα, ο Χρήστος ζητά απονομή χάριτος από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Χρήστο Σαρτζετάκη. Η απάντηση είναι αρνητική, με διατύπωση που πληγώνει ακόμη περισσότερο: δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως καταδικασμένος για ανθρωποκτονία, αλλά χαρακτηρίζεται επιπλέον με βάση τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Τότε αποφασίζει να προχωρήσει σε απεργία πείνας. Η επιλογή του δεν είναι για εκείνον μια κίνηση εντυπώσεων, αλλά ένα τελικό στοίχημα με τη ζωή του: ή θα δικαιωθεί ή θα πεθάνει. Αρνείται την ιατρική βοήθεια, αφήνει το σώμα του να αδυνατίζει μέρα με τη μέρα, ενώ γύρω του οι υπόλοιποι κρατούμενοι παρακολουθούν.

Η ιστορία βγαίνει ξανά στην επιφάνεια. Η κυβέρνηση δέχεται πιέσεις. Διανοούμενοι, καλλιτέχνες, πολιτικοί, απλοί πολίτες παίρνουν θέση υπέρ της χάρης, βλέποντας πλέον τον συγκεκριμένο κρατούμενο όχι μόνο μέσα από το έγκλημα που διέπραξε, αλλά και μέσα από τον αγώνα του για αξιοπρέπεια μέσα στη φυλακή. Οι διαφωνίες ανάμεσα στα ανώτατα θεσμικά πρόσωπα γίνονται δημόσιες. Η υπόθεση γίνεται πλέον και πολιτικό ζήτημα, στοιχείο μιας ευρύτερης συζήτησης για τα δικαιώματα, τη διαφορετικότητα και τα όρια της εξουσίας.

Παρά τον σκληρό διάλογο, η λύση αργεί. Οι φυλακές αναταράσσονται. Ξεσπούν εξεγέρσεις όπου το όνομα του Χρήστου ακούγεται ξανά και ξανά. Στην κοινωνία οργανώνονται πορείες, συγκεντρώσεις, δηλώσεις συμπαράστασης. Οι άνθρωποι που στέκονται στο πλευρό του προέρχονται από πολλούς χώρους: πολιτική, τέχνη, πανεπιστήμια, κινήματα. Για κάποιους, ο νεαρός που κάποτε σκότωσε τον εραστή του είναι πλέον σύμβολο μιας γενιάς που διεκδικεί να μιλήσει ανοιχτά για όσα μέχρι τότε έμεναν κρυφά. Για άλλους, παραμένει ένας δολοφόνος στον οποίο δεν πρέπει να υπάρξει καμία επιείκεια. Η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο οπτικές συνοψίζει και το πώς η Ελλάδα της μεταπολίτευσης παλεύει με το ίδιο της το είδωλο.

Τελικά, το 1990, ένας άλλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπογράφει τη χάρη. Ο Χρήστος είναι πια σαράντα χρονών. Όταν του διαβάζουν ότι είναι ελεύθερος, οι φυλακές Κορυδαλλού βρίσκονται ήδη σε αναβρασμό. Η μεγάλη εξέγερση του 1990 είναι σε εξέλιξη. Τα κελιά έχουν ανοίξει, οι φωνές αντηχούν στους διαδρόμους, ο αέρας μυρίζει καπνό και ιδρώτα. Εκείνος έχει τη δυνατότητα να βγει, να περάσει την πόρτα, να αφήσει πίσω του τα συρματοπλέγματα. Αντί γι’ αυτό, επιλέγει να μείνει τέσσερις ακόμη ημέρες, στο πλευρό των συγκρατουμένων του. Είναι ήδη ελεύθερος στα χαρτιά, παραμένει όμως στη φυλακή μέχρι να καταλαγιάσει η εξέγερση, σαν να θέλει να κλείσει αυτό το κεφάλαιο όχι βιαστικά, αλλά με έναν δικό του ρυθμό.

Όταν τελικά περνά την πύλη ως ελεύθερος άνθρωπος, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που άφησε. Η Αθήνα έχει αλλάξει, ο δημόσιος λόγος γύρω από την ομοφυλοφιλία και τα δικαιώματα έχει ανοίξει, έστω και ατελώς, οι άνθρωποι έχουν μάθει να μιλούν για πράγματα που άλλοτε έθαβαν. Ο ίδιος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του. Δουλεύει σε διάφορους χώρους, συγκρούεται με πρόσωπα και καταστάσεις όταν θεωρεί ότι κάτι είναι άδικο, φτάνει σε στιγμές απόγνωσης, ακροβατεί σε λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Σε συνεντεύξεις του μιλά για στιγμές που ένιωσε ότι δεν αντέχει άλλο, που έφτασε κοντά στα όρια της αυτοκαταστροφής, αλλά βρήκε τελικά έναν λόγο να συνεχίσει.

Παράλληλα, η ιστορία του περνά στην τέχνη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο σκηνοθέτης Γιώργος Κατακουζηνός εμπνέεται από την υπόθεση και δημιουργεί την ταινία «Άγγελος». Η ιστορία ενός νεαρού ναύτη που σκοτώνει τον εραστή του γίνεται κινηματογραφική αφήγηση, με σκηνές που σοκάρουν το κοινό της εποχής. Σαλόνια, γειτονιές και κριτικοί διχάζονται: άλλοι βλέπουν στην ταινία ένα τολμηρό βήμα, άλλοι μια υπερβολική έκθεση ενός ευαίσθητου θέματος. Ο πρωταγωνιστής, Μιχάλης Μανιάτης, δέχεται να υποδυθεί έναν ρόλο που πολλοί ηθοποιοί αρνήθηκαν, φοβούμενοι το βάρος του. Η ταινία κερδίζει βραβεία και γίνεται σημείο αναφοράς, όχι μόνο για το σινεμά αλλά και για τον τρόπο που η κοινωνία συζητά πια, έστω διστακτικά, τα ζητήματα που άλλοτε έκρυβε.

Ο ίδιος ο Χρήστος βλέπει την ταινία με ανάμικτα συναισθήματα. Αρχικά μιλά για ανακρίβειες, για στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως το να παρουσιάζεται ότι έχει γίνει τρανς ενώ για τον ίδιο αυτό ήταν ακριβώς το όριο που δεν ήθελε να ξεπεράσει. Διαφωνεί και με τρόπο που εμφανίζεται η οικογένειά του. Φτάνει μέχρι το σημείο να καταθέσει αγωγή. Αργότερα, όμως, αναγνωρίζει ότι η ταινία, παρά τις διαφορές, βοήθησε την υπόθεσή του, άνοιξε συζητήσεις, έφερε στο φως πλευρές της ιστορίας που αλλιώς θα έμεναν θαμμένες. Παράλληλα, ντοκιμαντέρ και δημοσιογραφικές έρευνες επιστρέφουν στο έγκλημα του 1976, φωτίζοντας τη ζωή του πριν και μετά τη φυλακή.

Στην προσωπική του διαδρομή, ο Χρήστος δεν μένει ακίνητος. Γράφει βιβλία, όπως το αυτοβιογραφικό «Προς σωφρονισμόν», όπου περιγράφει με δικές του λέξεις τον εσωτερικό του κόσμο μέσα στο κελί, τα όνειρα ενός σπιτιού που χτίζεται πίσω από τα κλειστά βλέφαρα, τις λίμνες, τα δέντρα και τα ζώα που γεννιούνται μέσα στο μυαλό του για να αντισταθμίσουν τα κάγκελα. Ασχολείται με τη ζωγραφική, γεμίζει το σπίτι του με πίνακες και φωτογραφίες. Στην αυλή του δημιουργεί έναν δικό του μικρό παράδεισο, με φυτά, πουλιά και μικρά ζώα. Τον αποκαλεί «πράσινη φυλακή», ένα μέρος όπου υψώνει ο ίδιος τα τείχη, όχι για να εγκλωβίσει, αλλά για να προστατευτεί από έναν κόσμο που τον έχει πληγώσει πολλές φορές.

Στη δουλειά του, βρίσκει έναν ακόμη δρόμο επανένταξης. Διδάσκει την τέχνη του κοσμήματος σε ανθρώπους που βγαίνουν από άλλες μάχες, όπως πρώην χρήστες ναρκωτικών σε μονάδες απεξάρτησης. Εκεί συναντά βλέμματα που ξέρουν τι σημαίνει να έχεις φτάσει στο χείλος του γκρεμού. Μιλά μαζί τους ανοιχτά για την πράξη του, δεν κρύβει το παρελθόν, δεν προσπαθεί να το ωραιοποιήσει. Βλέπει σε αυτά τα παιδιά τη δυνατότητα να σταθούν ξανά όρθια, ίσως όπως προσπάθησε και ο ίδιος. Κάποια από αυτά τον αντιμετωπίζουν σαν παράδειγμα ότι ο άνθρωπος μπορεί να μην παραδοθεί, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.

Στην προσωπική του ζωή, βρίσκει έναν σύντροφο με τον οποίο μοιράζεται καθημερινότητα, στιγμές χαράς και δυσκολίες. Μετά από χρόνια μοναξιάς, φυλακών και διαρκούς απολογίας, καταφέρνει να ζήσει μια σχέση που δεν χρειάζεται να κρύβεται με τον ίδιο τρόπο. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, αλλά δίνει τουλάχιστον την ευκαιρία ενός νέου ξεκινήματος. Στις κουβέντες του για το σήμερα, αναγνωρίζει ότι η κοινωνία έχει κάνει βήματα σε σχέση με το 1976. Φεστιβάλ υπερηφάνειας, δημόσιες συζητήσεις, περισσότερη ορατότητα. Όμως βλέπει ακόμη τα σημάδια μιας νοοτροπίας που δυσκολεύεται να αλλάξει πλήρως.

Στα Νεόκτιστα του Ασπροπύργου, όπου ζει, το σπίτι του μοιάζει σαν ένας μικρός, ιδιωτικός κόσμος. Οι κήποι γεμάτοι πράσινο, τα πουλιά που φιλοξενεί και φροντίζει, τα μικρά ζώα που βρίσκουν καταφύγιο εκεί, όλα συνθέτουν μια εικόνα ζωολογικού κήπου φτιαγμένου όχι για επίδειξη, αλλά για συνύπαρξη. Είναι η δική του απάντηση σε χρόνια εγκλεισμού, βίας και σκληρότητας. Μπορεί να μην άλλαξε τον κόσμο, όπως θα ήθελε κάποτε όταν συγκρουόταν για τα οικολογικά προβλήματα της περιοχής, αλλά δημιούργησε έναν μικρό χώρο όπου τα όντα, άνθρωποι και ζώα, μπορούν να ανασάνουν.

Κάποιες φορές, ανοίγει τα παλιά άλμπουμ. Δείχνει φωτογραφίες από τα χρόνια της φυλακής, συγκρατούμενους με βαριές ιστορίες, πρόσωπα που για τους περισσότερους είναι απλώς ονόματα σε αρχεία. Ανάμεσα σε αυτές τις εικόνες, υπάρχει και η φωτογραφία του Ανέστη. Τον άνθρωπο που αγάπησε με πάθος, εκείνον που έσπρωξε τη ζωή του σε τροχιά χωρίς επιστροφή. Όταν μιλά για εκείνη τη νύχτα του 1976, αναγνωρίζει ότι ό,τι συνέβη δεν μπορεί να διαγραφεί, πως η πράξη του δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα άλλο. Λέει ότι τότε «έγινε άλλος άνθρωπος», ότι το μυαλό του δεν άντεξε την πίεση, ότι από την επόμενη στιγμή καταλάβαινε πως η ζωή του είχε αλλάξει για πάντα.

Η ερώτηση αν μπορεί ένας άνθρωπος που σκότωσε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο δεν έχει εύκολη απάντηση. Στην περίπτωση του Χρήστου, τα χρόνια της φυλακής, η απεργία πείνας, οι αγώνες για τα δικαιώματα των κρατουμένων, η μετέπειτα ζωή του ως συγγραφέα, δασκάλου, ενεργού πολίτη και ανθρώπου που προσπαθεί να αγαπήσει ξανά, συνθέτουν ένα πορτρέτο γεμάτο αντιφάσεις. Είναι ταυτόχρονα ο νεαρός που σε μια στιγμή απόγνωσης έκοψε τον λαιμό του ανθρώπου που αγαπούσε και ο άντρας που αφιέρωσε δεκαετίες στο να διεκδικεί αξιοπρέπεια για όσους ζουν πίσω από κάγκελα.

Στο τέλος αυτής της ιστορίας δεν υπάρχει κάθαρση με την κλασική έννοια. Το έγκλημα δεν αναιρείται, το θύμα δεν επιστρέφει, ο πόνος των ανθρώπων που το έζησαν δεν σβήνει. Υπάρχει όμως μια διαδρομή που ξεκινά από μια μικρή γκαρσονιέρα στην Καλλιθέα της μεταπολίτευσης και φτάνει σε ένα σπίτι γεμάτο φυτά και πουλιά στον Ασπρόπυργο. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία, απλώνονται χρόνια σιωπής, φωνών, σιδερένιων πορτών, χειροκροτημάτων σε αίθουσες κινηματογράφου, διαδηλώσεων, προσωπικών καταρρεύσεων και αργών, δειλών βημάτων προς μια ζωή που προσπαθεί να σταθεί πάνω από τη βία. Ο Χρήστος Ρούσσος ζει σήμερα ανάμεσα σε βιβλία, πίνακες και ήχους από φτερουγίσματα. Το παρελθόν του δεν τον εγκαταλείπει, αλλά ούτε και εκείνος επιτρέπει να είναι μόνο αυτό.

Comments