Η εγκληματική δράση της 17 Νοέμβρη

 


Η Αθήνα της δεκαετίας του 1970 είχε ακόμα τις πληγές της από τη δικτατορία που είχε λήξει μόλις λίγα χρόνια πριν. Στους δρόμους κυριαρχούσε η αίσθηση αναστάτωσης και αλλαγής, και η νεολαία αναζητούσε τρόπους να εκφράσει την οργή και τις ιδέες της. Ήταν μέσα σε αυτό το κλίμα που γεννήθηκε η Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη, ένα δίκτυο που θα σημαδευόταν από δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις και ληστείες, αφήνοντας πίσω της θύματα και φόβο.

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, γεννημένος το 1944 στο Παρίσι, ήταν γιος ενός τροτσκιστή και είχε συμμετάσχει στον ένοπλο αντιδικτατορικό αγώνα. Μετά τη Μεταπολίτευση, τα ίχνη του χάθηκαν και κυκλοφορούσε ανάμεσα σε Ελλάδα και Γαλλία με το ψευδώνυμο Michalis Oikonomou. Η αποφασιστικότητά του να δημιουργήσει έναν οργανωμένο πυρήνα δράσης θα αποδείκνυε τη στρατηγική του ικανότητα και τη σημασία του για την 17 Νοέμβρη.

Μαζί του βρέθηκε ο Δημήτρης Κουφοντίνας, γνωστός ως «Λουκάς», από την Τερπνή Σερρών. Το παρελθόν του τον είχε φέρει σε επαφή με την Αντικρατική Πάλη, και τα τελευταία είκοσι χρόνια η παρουσία του στην Αθήνα ήταν αόρατη για τους περισσότερους, ακόμα και για την οικογένειά του. Ο Κουφοντίνας θα γίνει κεντρικό πρόσωπο στη λειτουργία της οργάνωσης, συμμετέχοντας σε δεκάδες επιθέσεις, ενώ παραμένει μέχρι σήμερα μια φιγούρα που προκαλεί το ενδιαφέρον για τη μεθοδικότητα και την αποφασιστικότητά του.

Ο Χριστόδουλος Ξηρός, «Μανώλης», εντάχθηκε στην οργάνωση το 1983 μέσω του Κουφοντίνα. Ένας νεαρός από την Ικαρία, ο οποίος σύντομα θα στρατολογήσει και τον αδερφό του Σάββα Ξηρό, καθώς και τον Βασίλη Τζωρτζάτο, δημιουργώντας ένα δίκτυο αφοσιωμένων μελών. Ο Σάββας, με καταγωγή από τη Φλώρινα, θα βρεθεί τελικά τραυματισμένος από μια πρόωρη έκρηξη το 2002, γεγονός που θα σημάνει την αρχή της κατάρρευσης της οργάνωσης.

Η δράση της 17Ν ξεκίνησε με την πρώτη δολοφονία, εκείνη του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Richard Welch, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1975, έξω από το σπίτι του στο Ψυχικό. Η ενέργεια αυτή έθεσε τα θεμέλια για τη μετέπειτα τρομοκρατική στρατηγική της οργάνωσης: στοχευμένες δολοφονίες, ένοπλες επιθέσεις, αρπαγές όπλων και ληστείες τραπεζών για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων τους.

Μέσα στα χρόνια, τα μέλη της οργάνωσης κατάφεραν να λειτουργούν σχεδόν αθόρυβα. Η Λουίζης Ριανκούρ το 1992 αποτέλεσε μια από τις πιο έντονες στιγμές, όταν η αστυνομία προσπάθησε να συλλάβει μέλη της οργάνωσης σε ένα πάρκο στους Αμπελόκηπους. Ένα βαν παρακολουθείτο προσεκτικά, και ένας άντρας με περούκα βγήκε από αυτό. Η αστυνομία, λόγω κακής συνεννόησης και καθυστερήσεων, δεν κατάφερε να το σταματήσει και τα μέλη διέφυγαν. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως το «φιάσκο της Λουίζης Ριανκούρ», η πρώτη και τελευταία φορά πριν την εξάρθρωση που η αστυνομία ήταν τόσο κοντά στη σύλληψη.

Η οργάνωση συνέχισε τις επιθέσεις της μεθοδικά. Στόχοι ήταν πολιτικοί, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, οικονομικοί παράγοντες και εκπρόσωποι ξένων δυνάμεων. Κάθε ενέργεια ήταν μελετημένη, σχεδιασμένη και εκτελούμενη με ακρίβεια. Οι δολοφονίες του Παύλου Μπακογιάννη και άλλων υψηλά ιστάμενων προσώπων σοκάρισαν την κοινή γνώμη, ενώ οι βομβιστικές επιθέσεις σε κλούβες των ΜΑΤ και σε αμερικανικά στρατιωτικά λεωφορεία δημιούργησαν ένα κλίμα τρόμου στην Αθήνα.

Η ζωή των μελών της οργάνωσης κυλούσε ανάμεσα σε μυστικότητα και δράση. Οι καθημερινές τους συνήθειες, τα καταφύγια και οι γιάφκες τους ήταν μέρος μιας προσεκτικά οργανωμένης στρατηγικής που στόχευε στη διατήρηση της ανωνυμίας και της ασφάλειας. Στις 29 Ιουνίου 2002, όμως, όλα άλλαξαν. Στο λιμάνι του Πειραιά, ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός εξερράγη πρόωρα στα χέρια του Σάββα Ξηρού. Ο τραυματισμός του ήταν το σημείο καμπής. Οι αρχές ανακάλυψαν γιάφκες στην οδό Πάτμου και Δαμάρεως, και μέσα σε λίγες εβδομάδες η αστυνομία συνέλαβε τα περισσότερα μέλη της 17Ν, σηματοδοτώντας το τέλος της δράσης της.

Η δίκη που ακολούθησε ήταν εκτεταμένη και συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Οι καταδικασθέντες αντιμετώπισαν πολυετείς ποινές για σωρεία αδικημάτων, από ανθρωποκτονίες μέχρι ληστείες και κατοχή εκρηκτικών, ενώ η ηγεσία, με επικεφαλής τον Γιωτόπουλο, δικάστηκε για τον ρόλο της σε όλες τις επιχειρήσεις της οργάνωσης.

Η 17Ν είχε αφήσει πίσω της 23 θανάτους και μια ιστορία που θα μελετάται για χρόνια. Τα μέλη της, από τους παλιούς ιδρυτές μέχρι τα νεότερα στελέχη, αποτέλεσαν κομμάτια ενός πολύπλοκου παζλ, όπου η ιδεολογία, η εκπαίδευση και η προσωπική δέσμευση διασταυρώνονταν με την επιθυμία για ένοπλη δράση.

Η δεκαετία του 1990 είχε φέρει αλλαγές στην Αθήνα, αλλά η σκιά της 17 Νοέμβρη παρέμενε. Τα μέλη της οργάνωσης είχαν ωριμάσει, οι τακτικές τους είχαν βελτιωθεί και οι ενέργειές τους γίνονταν όλο και πιο μεθοδικές. Στους δρόμους των Αμπελοκήπων, στα γραφεία τραπεζών, ακόμα και στις συνοικίες του κέντρου, οι άνθρωποι άρχισαν να συνηθίζουν τον φόβο.

Το 1992 η αστυνομία βρέθηκε πολύ κοντά στο να συλλάβει μέλη της οργάνωσης κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης στο πάρκο Λουίζης Ριανκούρ. Ένα βαν παρακολουθείτο προσεκτικά. Οι αστυνομικοί είδαν έναν άντρα να βγαίνει με περούκα, και ο χρόνος φάνηκε να σταματά καθώς ένας αστυνομικός έτρεξε να τηλεφωνήσει στα κεντρικά. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα μέλη της 17Ν είχαν επιβιβαστεί ξανά στο όχημα και είχαν εξαφανιστεί. Το «φιάσκο της Λουίζης Ριανκούρ» έγινε θρύλος στην ιστορία της οργάνωσης, η τελευταία ευκαιρία πριν την τελική εξάρθρωση που απέτυχε.

Τα επόμενα χρόνια, η 17Ν συνέχισε τις ενέργειές της με αυξανόμενη σκληρότητα. Στόχοι όπως ο πρώην υπουργός Γιώργος Πέτσος, ο επιχειρηματίας Βαρδής Βαρδινογιάννης και ο βουλευτής Ιωάννης Παλαιοκρασσάς έπεσαν θύματα απόπειρας, ενώ στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη σκοτώθηκε και ο φοιτητής Θάνος Αξαρλιάν. Κάθε πράξη ήταν μελετημένη, τα μέλη γνώριζαν ακριβώς τι έκαναν και πώς να καλύψουν τα ίχνη τους.

Η νύχτα της 8ης Ιουνίου 2000 έμελλε να αποτελέσει σημείο καμπής. Στον δρόμο όπου θα περπατούσε ο Stephen Saunders, Βρετανός στρατιωτικός ακόλουθος και ταξίαρχος, υπήρχε από νωρίς παρακολούθηση. Οι σκιές κινούνταν σιωπηλά, και η στιγμή της επίθεσης ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιας παρατήρησης και σχεδιασμού. Ο Saunders έπεσε νεκρός, και η ενέργεια αυτή σόκαρε την κοινή γνώμη και έθεσε σε συναγερμό τις ελληνικές και ξένες αρχές.

Την ίδια περίοδο, εμφανίζεται το πρόσωπο που θα γίνει γνωστό ως «κύριος Χ.». Ένα ιστορικό στέλεχος της εγχώριας τρομοκρατίας, γνώστης της οργάνωσης, που δεν αποκάλυψε ονόματα, αλλά έδωσε κρίσιμες πληροφορίες για τη λειτουργία του δικτύου. Μέσα από συναντήσεις με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, το «κύριος Χ.» αποκάλυψε στοιχεία για τις γιάφκες, τους μηχανισμούς χρηματοδότησης και τις διασυνδέσεις των μελών, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο άμεσα κάποιον. Οι πληροφορίες του άλλαξαν τη στρατηγική των διωκτικών αρχών, οδηγώντας στην τελική συστηματική παρακολούθηση των μελών.

Οι ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών συνδύασαν στοιχεία από προκηρύξεις, παρατηρήσεις και μαρτυρίες. Οι γαλλικές αρχές είχαν ήδη εντοπίσει φωτογραφία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ενώ υπήρχαν πληροφορίες για εκπαίδευσή του στην Κούβα. Ο «κύριος Χ.» έγινε ο κρίσιμος κρίκος που έφερε τους αστυνομικούς πιο κοντά στην αλήθεια, χωρίς ποτέ να δώσει ονόματα. Οι Βρετανοί, μετά τη δολοφονία Saunders, εφαρμόζουν μεθόδους συλλογής πληροφοριών που ενισχύουν την πίεση στην κοινή γνώμη και στις ελληνικές αρχές.

Η 29η Ιουνίου 2002 σηματοδοτεί την κορύφωση. Στο λιμάνι του Πειραιά, ο Σάββας Ξηρός μεταφέρει με ταξί έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Κάτι πηγαίνει στραβά· ο μηχανισμός εκρήγνυται πρόωρα, τραυματίζοντας τον ίδιο σοβαρά. Οι πρώτες ώρες μετά την έκρηξη είναι χαοτικές. Η αστυνομία ανακαλύπτει πάνω του ένα περίστροφο, ταυτοποιημένο αργότερα ως του Χρήστου Μάτη, αστυνομικού που είχε σκοτωθεί το 1984 και είχε χρησιμοποιηθεί σε ενέργειες της 17Ν.

Η προσοχή των διωκτικών αρχών στρέφεται στην ανίχνευση των γιάφκων. Στις 3 Ιουλίου, βρίσκουν την πρώτη στο Πατήσια και ακολουθεί μια δεύτερη στο Παγκράτι. Οι συλλήψεις ξεκινούν: Χριστόδουλος Ξηρός στην Αθήνα, Βασίλης Ξηρός και Διονύσης Γεωργιάδης στη Θεσσαλονίκη, Αλέξανδρος Γιωτόπουλος στους Λειψούς, και στη συνέχεια όλα τα υπόλοιπα μέλη που είχαν συμμετάσχει στις επιχειρήσεις της οργάνωσης. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η 17 Νοέμβρη είχε πρακτικά καταρρεύσει.

Οι δίκες που ακολούθησαν ήταν εκτενείς. Ο Γιωτόπουλος, ως φερόμενος ηγέτης, κατηγορήθηκε για περισσότερα από 900 αδικήματα, ανάμεσα σε ανθρωποκτονίες, ληστείες και εκρήξεις. Ο Κουφοντίνας, ο Χριστόδουλος και ο Σάββας Ξηρός, μαζί με άλλα στελέχη, καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές, ενώ κάποιοι, όπως ο Παύλος Σερίφης και η Αγγελική Σωτηροπούλου, αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών. Η κοινή γνώμη παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα, βλέποντας να αποκαλύπτεται μπροστά της η δομή και οι τακτικές μιας οργάνωσης που είχε αποτελέσει εφιάλτη για δεκαετίες.

Η 17 Νοέμβρη, μετά από 27 χρόνια δράσης, είχε πλέον τελειώσει. Οι δρόμοι της Αθήνας σιγά-σιγά ηρέμησαν, αλλά η μνήμη των θυμάτων και η ιστορία των δραστών παρέμεναν χαραγμένες στην πόλη. Η έκρηξη στον Πειραιά, η δολοφονία Σόντερς, και η συμβολή του «κυρίου Χ.» αποδείχθηκαν τα κρίσιμα σημεία που επέτρεψαν στις αρχές να φέρουν στο φως την πλήρη εικόνα της οργάνωσης.

Μετά την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, η Αθήνα βυθίστηκε σε μια περίοδο δικαστικών διαδικασιών που κράτησαν χρόνια. Οι κατηγορούμενοι, τα πρόσωπα που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των τρομοκρατικών ενεργειών, οδηγήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στις 3 Μαρτίου 2003. Οι δίκες ήταν πολύμηνες. Η κοινή γνώμη παρακολουθούσε κάθε λεπτομέρεια, ενώ τα μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν τα ονόματα, τις πράξεις και τις καταθέσεις με ακρίβεια, χωρίς υπερβολές, σαν να ξετυλίγεται ένα αστυνομικό σενάριο.

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, φερόμενος ηγέτης της 17Ν, αντιμετώπιζε κατηγορίες για 963 αδικήματα. Οι δικαστικές αίθουσες γέμιζαν με μαρτυρίες για τις δολοφονίες, τις ληστείες και τις εκρήξεις στις οποίες είχε εμπλακεί, σύμφωνα με τις αναγνωρίσεις των συγκατηγορουμένων του. Ο ίδιος, από την αρχή της διαδικασίας, αρνείτο κάθε σχέση με την οργάνωση και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, εμφανιζόμενος ήρεμος και αποφασισμένος.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο οποίος είχε παραδοθεί αυτοβούλως μετά την έκρηξη στον Πειραιά, αντιμετώπισε 200 αδικήματα σε 84 ενέργειες. Οι καταθέσεις του και οι ομολογίες του αναδείκνυαν τη συμμετοχή του σε πολλές από τις επιθέσεις, αλλά ταυτόχρονα έδιναν και πληροφορίες για την οργανωτική δομή της οργάνωσης.

Χριστόδουλος Ξηρός, Βασίλης Ξηρός, Σάββας Ξηρός, Βασίλης Τζωρτζάτος, Ηρακλής Κωστάρης, Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Κωνσταντίνος Τέλιος, Σωτήρης Κονδύλης, Πάτροκλος Τσελέντης, Θωμάς Σερίφης, Διονύσης Γεωργιάδης, Νικόλαος Παπαναστασίου, Παύλος Σερίφης – κάθε όνομα αντιστοιχούσε σε ενέργειες, σε βομβιστικές επιθέσεις, σε ληστείες, σε ζωές που χάθηκαν ή τραυματίστηκαν. Οι δικαστές αντιμετώπισαν έναν δύσκολο γρίφο: να αποδώσουν δικαιοσύνη για δεκάδες εγκλήματα χωρίς να χαθεί η αίσθηση του μέτρου.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων ολοκλήρωσε τη δίκη σε δεύτερο βαθμό στις 24 Νοεμβρίου 2008. Οι ποινές ήταν πολυετείς και βαριές: συνολικά 39 ισόβια και 6.796 χρόνια κάθειρξη για τους δώδεκα καταδικασθέντες, με χρηματική ποινή 108.500 ευρώ. Πέντε από αυτούς εξακολουθούν να εκτίουν ποινές σε σωφρονιστικά καταστήματα: Κουφοντίνας, Γιωτόπουλος, Σάββας και Χριστόδουλος Ξηρός και Βασίλης Τζωρτζάτος. Οι υπόλοιποι απελευθερώθηκαν έχοντας συμπληρώσει τον προβλεπόμενο χρόνο.

Η 17 Νοέμβρη είχε πλέον εκλείψει ως οργανωμένη δύναμη, αλλά η μνήμη των θυμάτων της και οι δρόμοι της Αθήνας που είχαν δει την ένταση των επιθέσεων παρέμεναν ζωντανοί μάρτυρες. Η έκρηξη στον Πειραιά, οι αποκαλύψεις του «κυρίου Χ.» και η μακρόχρονη παρακολούθηση των μελών είχαν δημιουργήσει ένα πλέγμα γεγονότων που έφερε στο φως την αλήθεια για την οργάνωση.

Στους δρόμους της πόλης, η ζωή άρχισε να επανέρχεται σε κανονικό ρυθμό. Οι κάτοικοι που είχαν ζήσει με το φόβο, μπορούσαν πια να περπατούν ήσυχοι, να επισκέπτονται τράπεζες και λιμάνια χωρίς την αίσθηση απειλής. Οι οικογένειες των θυμάτων και των δραστών αντιμετώπιζαν το μέλλον τους, άλλοτε με λύπη, άλλοτε με αποδοχή, και η ιστορία της 17Ν έγινε ένα κεφάλαιο που κλείνει οριστικά.

Η πόλη θυμάται τα γεγονότα, τα πρόσωπα, τις ενέργειες και την τελική σύλληψη. Οι δρόμοι, οι γιάφκες, οι προκηρύξεις και οι εκρήξεις μένουν ως υπενθύμιση των χρόνων της τρομοκρατίας και των ανθρώπων που υπήρξαν μέσα σε αυτή την ιστορία. Η 17 Νοέμβρη, μετά από 27 χρόνια δράσης, αποτελεί πλέον αντικείμενο ιστορικής καταγραφής, ανάλυσης και μελέτης, με ένα τέλος που ήρθε μέσα από τον συνδυασμό επιμονής, τύχης και πληροφοριών, όπως η εμφάνιση του «κυρίου Χ.» και η έκρηξη στον Πειραιά.

Στο τέλος, η αφήγηση αφήνει μια εικόνα μιας πόλης που σηκώνεται από τον φόβο, μιας κοινωνίας που παρακολουθεί, μιας δικαιοσύνης που αποδίδεται αργά αλλά σταθερά. Και σαν σκηνή από ταινία, οι σκιές των δραστών φεύγουν, οι δρόμοι φωτίζονται ξανά και η αλήθεια της 17Ν παραμένει καταγεγραμμένη, χωρίς υπερβολές, χωρίς ερμηνείες, ως η ιστορία μιας οργάνωσης που δοκίμασε τα όρια της ελληνικής κοινωνίας και κράτησε την Αθήνα σε αγωνία για δεκαετίες.

Σχόλια