Το απόγευμα της Πέμπτης 9 Αυγούστου 2012, ο ήλιος έπεφτε αργά πάνω από το Διακοπτό Αχαΐας. Η θάλασσα είχε εκείνη τη βαριά, καλοκαιρινή ηρεμία του Αυγούστου και οι δρόμοι μύριζαν ζέστη και πεύκο. Ο 26χρονος Μάριος Παπαγεωργίου ετοιμαζόταν να φύγει με το αυτοκίνητό του για το Αίγιο. Είχε περάσει λίγες ημέρες διακοπών με τη μητέρα του, Βαρβάρα Θεοχαράκη, τη γυναίκα που τον είχε μεγαλώσει μόνη της και που αποτελούσε το σταθερό σημείο αναφοράς της ζωής του.
Ήταν μοναχοπαίδι. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον άνεσης, χωρίς στερήσεις. Η μητέρα του ήταν διακεκριμένη οδοντίατρος και η ζωή τους κυλούσε με σταθερό ρυθμό. Οι δυο τους είχαν έναν δεσμό βαθύ και προστατευτικό. Εκείνο το απόγευμα δεν υπήρχε τίποτα που να προμηνύει ότι η καθημερινότητα θα διαλυόταν μέσα σε λίγες ώρες.
Ο Μάριος μπήκε στο σκούρο γκρι Audi A4 του και έφυγε. Ο δρόμος προς το Αίγιο δεν ήταν μακρύς. Το φως χαμήλωνε και τα χρώματα έπαιρναν τη γλυκιά απόχρωση του δειλινού. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδε η μητέρα του.
Τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας, Παρασκευή 10 Αυγούστου, το τηλέφωνο χτύπησε. Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν ανδρική, σταθερή. Είπαν ότι είχαν απαγάγει τον γιο της. Ζήτησαν 620.000 ευρώ για να τον αφήσουν ελεύθερο. Της μίλησαν για χρέη, για «καθαρό πράμα», για χρήματα που τους όφειλε εδώ και δύο χρόνια. Εκείνη άκουγε χωρίς να πιστεύει. Ο γιος της δεν έπινε, δεν κάπνιζε. Δεν είχε μπλεξίματα. Τους απάντησε ότι θα πάει στην αστυνομία και έκλεισε το τηλέφωνο.
Η πρώτη της κίνηση δεν ήταν προς τις Αρχές. Στράφηκε σε έναν άνθρωπο που γνώριζε χρόνια. Ο Πέτρος Μιχαλεάκος ήταν οικογενειακός φίλος. Η παρουσία του στη ζωή τους ήταν παλιά, σχεδόν δεδομένη. Της είπε να μην ανησυχεί, ότι ο Μάριος μπορεί να βρισκόταν σε κάποια παραλία. Της συνέστησε να μην πάει στην αστυνομία, υποστηρίζοντας ότι οι αστυνομικοί είναι διεφθαρμένοι και ότι τα πράγματα θα περιπλέκονταν.
Οι ώρες περνούσαν. Τα τηλεφωνήματα συνεχίζονταν. Οι άγνωστοι επέμεναν ότι ο Μάριος ζούσε. Της έδιναν διαβεβαιώσεις, της μιλούσαν για συγκεκριμένη ώρα επιστροφής. Εκείνη ζητούσε να ακούσει τη φωνή του. Δεν της τον έδιναν. Κάθε συνομιλία κατέληγε στο ίδιο σημείο. Τα χρήματα.
Η μητέρα πάλευε ανάμεσα στη δυσπιστία και στον φόβο. Κάποια στιγμή αποφάσισε να κινηθεί μυστικά. Η εξαφάνιση δηλώθηκε στην αστυνομία στις 17 Αυγούστου. Μέχρι τότε, η επικοινωνία με τους απαγωγείς συνεχιζόταν σχεδόν καθημερινά. Οι φωνές στο τηλέφωνο μιλούσαν για «τιμή» και «εντιμότητα». Εκείνη απαντούσε ότι δεν τους πιστεύει. Ότι φοβάται πως ο γιος της είναι ήδη νεκρός.
Παρά τις αμφιβολίες της, υποχώρησε. Έπειτα από ατελείωτα τηλεφωνήματα και διαπραγματεύσεις, κατέβαλε 350.000 ευρώ. Προσπαθούσε παράλληλα να συγκεντρώσει τα υπόλοιπα. Οι ημέρες περνούσαν και ο Μάριος δεν επέστρεφε.
Οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν την υπόθεση εντόπισαν τρία άτομα και ένα μαύρο βαν να βρίσκονται συχνά έξω από το σπίτι της. Οι κινήσεις τους κρίθηκαν ύποπτες. Υπήρχε η εκτίμηση ότι ετοιμάζονταν να απαγάγουν και την ίδια. Η αστυνομία επενέβη και προχώρησε σε συλλήψεις. Συνολικά επτά άτομα συνελήφθησαν.
Όμως ο Μάριος δεν βρέθηκε.
Τα αρχεία των τηλεφωνικών κλήσεων αποκάλυψαν ότι ο τελευταίος άνθρωπος που μίλησε μαζί του ήταν ο Πέτρος Μιχαλεάκος. Ο ίδιος που είχε συμβουλεύσει τη μητέρα να μην πάει στην αστυνομία. Η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Οι υποψίες στράφηκαν προς τον άνθρωπο που μέχρι τότε εμφανιζόταν ως στήριγμα.
Ο Πέτρος Μιχαλεάκος συνελήφθη. Στην πορεία κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Του επιβλήθηκαν επιπλέον ποινές για σύσταση συμμορίας, αρπαγή και απόπειρα εκβίασης. Μαζί του συνελήφθη και η σύζυγός του, Βούλα Σιούταλου, η οποία καταδικάστηκε για συμμετοχή στην αρπαγή και για συνέργεια.
Άλλα άτομα καταδικάστηκαν για συμμετοχή στη συμμορία και στην απόπειρα απαγωγής της μητέρας. Κάποιοι αθωώθηκαν λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Ο ιστός της υπόθεσης έδειχνε ότι υπήρχε και δεύτερη ομάδα συνεργών, άτομα που δεν είχαν εντοπιστεί.
Τον Οκτώβριο του 2012, το αυτοκίνητο του Μάριου βρέθηκε στο Παλαιό Φάληρο, στη συμβολή των οδών Ποσειδώνος και Αφροδίτης. Στο πορτμπαγκάζ εντοπίστηκε μεγάλη κηλίδα αίματος. Οι εργαστηριακές εξετάσεις έδειξαν ότι το αίμα ανήκε στον Μάριο. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν και τρία ακόμη DNA, τα οποία δεν ταυτοποιήθηκαν.
Η εκτίμηση των Αρχών ήταν ότι το πτώμα μεταφέρθηκε με το αυτοκίνητο. Ο τόπος ταφής παρέμενε άγνωστος.
Οι έρευνες κατευθύνθηκαν προς δύσβατες περιοχές της Πελοποννήσου. Συνομιλίες που αποκωδικοποιήθηκαν ανέφεραν μια τοποθεσία που ονομαζόταν «Καμένα», κοντά στη Μεγαλόπολη, σε περιοχή που είχε πληγεί από μεγάλη πυρκαγιά στις αρχές Αυγούστου του 2012. Τα χωριά Λεοντάρι, Ρούτσι, Ανεμοδούρι και Γέφυρα περιλαμβάνονταν σε αυτή την ακτίνα γης.
Παρά τις έρευνες, η σορός δεν εντοπίστηκε.
Τα χρόνια περνούσαν. Η μητέρα συνέχιζε να αναζητά. Εμφανιζόταν σε εκπομπές, ζητούσε πληροφορίες, παρακαλούσε όποιον γνώριζε κάτι να μιλήσει. Σε μια από αυτές τις εκπομπές, ο Πέτρος Μιχαλεάκος παρενέβη μέσω του δικηγόρου του και δήλωσε ότι εύχεται να βρεθεί ο χώρος ταφής.
Σχεδόν δεκατρία χρόνια μετά την εξαφάνιση, η υπόθεση δεν είχε κλείσει. Νέα πρόσωπα μπήκαν στο στόχαστρο των Αρχών. Μεταξύ αυτών ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και πρόσωπα που φέρονταν να είχαν επαφές με τον βασικό καταδικασθέντα. Συνελήφθησαν δύο άνδρες που κατηγορήθηκαν για άμεση συνέργεια στην αρπαγή και την ανθρωποκτονία, αλλά αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους.
Στη συνέχεια παραπέμφθηκε σε δίκη απόστρατος αξιωματικός της αστυνομίας, γιος του καταδικασμένου ως «εγκεφάλου». Σύμφωνα με τα στοιχεία, το βράδυ της 9ης Αυγούστου 2012 είχε πραγματοποιήσει την τελευταία εισερχόμενη κλήση προς τον Μάριο, λίγα λεπτά πριν από το ραντεβού που αποδείχθηκε μοιραίο. Φέρεται επίσης να είχε διαδώσει την εκδοχή ότι ο Μάριος είχε σκηνοθετήσει την εξαφάνισή του.
Η μητέρα συνέχισε να δίνει μάχη. Δήλωσε ότι έχει δεχθεί απειλές. Περιέγραψε περιστατικά όπου άγνωστοι προσπάθησαν να την τρομοκρατήσουν, να την πλησιάσουν, να την χτυπήσουν. Είπε ότι δεν φοβάται και ότι θα συνεχίσει.
Η ιστορία του Μάριου Παπαγεωργίου παραμένει ανοιχτή. Η απαγωγή και η δολοφονία του συγκλόνισαν την Ελλάδα. Οι καταδίκες δεν έφεραν απαντήσεις για το βασικό ερώτημα. Πού βρίσκεται η σορός.
Κάπου σε μια δύσβατη περιοχή, σε γη που κάηκε και ξαναγέμισε βλάστηση, μπορεί να βρίσκεται το τέλος μιας διαδρομής που ξεκίνησε ένα ήσυχο απόγευμα Αυγούστου. Η μητέρα του εξακολουθεί να ζητά το ίδιο πράγμα. Να βρεθούν τα οστά του παιδιού της. Να κλείσει ένας κύκλος που άνοιξε με ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα και δεν έκλεισε ποτέ.

Comments
Post a Comment