Ο θάνατος του Βαγγέλη Ρωχάμη, στις 6 Φεβρουαρίου 2024, στο νοσοκομείο της Χαλκίδας, σφράγισε το τέλος μιας ζωής που για δεκαετίες είχε γίνει θρύλος στην ελληνική εγκληματολογία. Η ιστορία του ξεκινά στο Βασιλικό της Εύβοιας το 1951, σε μια πολυμελή οικογένεια, όπου από πολύ νωρίς ένιωσε την ανάγκη να συνεισφέρει στην οικογενειακή επιβίωση.
Στα εννιά του δραπετεύει από την αποθήκη του σχολείου ως πρώτη πράξη ανεξαρτησίας και ανυπακοής. Στα δεκαέξι του εργάζεται στις οικοδομές της Εύβοιας και στην Αθήνα, ενώ στα δεκαοχτώ του εισέρχεται για πρώτη φορά στη φυλακή για κλοπή μοτοποδηλάτου, που ποτέ δεν παραδέχθηκε. Οι φυλακές θα γίνουν το δεύτερο σπίτι του, αλλά πάντα βρίσκει τρόπο να ξεγλιστρά, δημιουργώντας γύρω του μια αύρα μυστηρίου και θράσους.
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στη Σύρο το 1971, απέδρασε όταν του αρνήθηκαν άδεια για να επισκεφθεί τη νεογέννητη κόρη του. Η φυγή του αυτή σηματοδοτεί το χαρακτηριστικό μοτίβο της ζωής του: κάθε περιορισμός γινόταν πρόκληση, κάθε κανόνας αφορμή για παραβίαση.
Το 1976 φυλακίζεται για κλοπή στο ταχυδρομείο του χωριού του και, προς το τέλος της δεκαετίας του '70, παίρνει άτυπο διαζύγιο από τη σύζυγό του και περνά λίγους μήνες στην Κύπρο. Το 1980 φυλακίζεται ξανά στον Κορυδαλλό για απόπειρα πώλησης κλεμμένων τηλεοράσεων. Τον Δεκέμβριο του 1981 συμμετέχει στην πρώτη στάση κρατουμένων στις φυλακές, υιοθετώντας έναν πολιτικό και διεκδικητικό ρόλο, γεγονός που θα τον φέρει αντιμέτωπο με την δικαιοσύνη το 1986 και καταδικάζεται σε 27 μήνες φυλάκισης.
Η φήμη του «Πεταλούδα» αρχίζει να διαμορφώνεται από τις συνεχείς αποδράσεις του. Από τη Χαλκίδα, τον Κορυδαλλό, την Κέρκυρα, την Αλικαρνασσό, οι φυλακές δεν ήταν εμπόδιο αλλά σκηνικό για την ευρηματικότητα και την τόλμη του.
Το 1983 εμπλέκεται στη ληστεία μετά φόνου της οικογένειας Καγεώργη στο Γαλάτσι, όταν δύο κουκουλοφόροι εισβάλλουν στο διαμέρισμα, πυροβολώντας τον 24χρονο υπάλληλο Κώστα Καγεώργη, ο οποίος θα πεθάνει μετά από 27 ημέρες. Ο Ρωχάμης ισχυρίζεται ότι ήταν μόνο ο τσιλιαδόρος, αλλά το δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, όπως και τους φυσικούς αυτουργούς.
Το 1986 πραγματοποιεί την τέταρτη του απόδραση από τις φυλακές Κορυδαλλού, φορώντας περούκα και ψεύτικο μουστάκι. Κανείς δεν υποπτεύθηκε την παραβίαση της πειθαρχίας, και μέσα στο πλήθος των επισκεπτών γίνεται καπνός.
Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, μετά από νυχτερινή διασκέδαση, εμπλέκεται σε νέο επεισόδιο βίας, όπου τρεις γυναίκες απάγονται και κακοποιούνται σε ερημική περιοχή στον Κάλαμο, ενώ η αστυνομία δέχεται επίθεση σε δύο τμήματα της Αθήνας από τους ίδιους δραστές. Η επιδεξιότητα και η ψυχραιμία του Ρωχάμη σε κάθε κίνηση τον καθιστούν σχεδόν μυθικό στα μάτια του κοινού και της αστυνομίας.
Η σύλληψή του στις 7 Οκτωβρίου 1986 στο Νέο Κόσμο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο σε «προσυμφωνημένη παράδοση», χωρίς ποτέ να αποδειχθεί η αμοιβή που ισχυρίζεται ότι του προσφέρθηκε από την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. Ακολουθεί η πέμπτη απόδρασή του το 1992 από τις φυλακές Νέας Αλικαρνασσού, με τον Μηλιτσόπουλο, κατά την οποία σπρώχνουν τον θυρωρό και φεύγουν σαν να κάνουν τζόκινγκ. Παρόλα αυτά, η σύλληψη έρχεται ξανά λίγες ημέρες αργότερα στην Αγία Γαλήνη. Το 1996, επιχειρεί να διαφύγει από τις Αφίδνες, αλλά τελικά συλλαμβάνεται στην Οινόη, παραδεχόμενος ότι «έπαιξε κι έχασε».
Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών, ο Ρωχάμης διατηρούσε στενή σχέση με την κόρη του, την Μαρία, η οποία υπέστη κατηγορίες για υπόθαλψη όταν ο πατέρας της δραπέτευε για να την επισκεφθεί στα λαϊκά κέντρα όπου τραγουδούσε. Η ανησυχία για την ασφάλειά της αποτέλεσε κίνητρο για επιπλέον αποδράσεις, γεγονός που φανερώνει την πλευρά του ως πατέρα που υπερασπίζεται την οικογένειά του παράλληλα με τη ζωή του στο έγκλημα.
Το 2000, μετά από πέντε αιτήσεις αποφυλάκισης και την παρέμβαση της δικηγόρου του Φωτεινής Βερνέζη, αποφυλακίζεται με υφ’ όρων απόλυση. Επιστρέφει στο Λευκαντί της Εύβοιας, όπου ανοίγει το ουζερί του, τη «Κιβωτό», με θέα τη θάλασσα, και εγκαθίσταται στην καθημερινότητα εκτός φυλακής. Η ζωή του, ωστόσο, δεν ξεχνιέται εύκολα: οι ιστορίες των αποδράσεων, των ληστειών, των συγκρούσεων με τις αρχές και η συνεχής αίσθηση κινδύνου αφήνουν ένα αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.
Ο Ρωχάμης υπήρξε καταδικασμένος για ληστείες, κλοπές, φθορές ξένης ιδιοκτησίας, οπλοφορίες και οπλοχρησίες. Οι δεκάδες αποδράσεις του από τις φυλακές Κορυδαλλού, Χαλκίδας, Κέρκυρας και Αλικαρνασσού τον καθιστούν έναν από τους πιο διαβόητους εγκληματίες της εποχής του. Η εφευρετικότητα, η ψυχραιμία και η τόλμη του σε κάθε κίνηση είναι χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν και περιγράφουν την κινηματογραφική αίσθηση της ζωής του.
Η ιστορία του Ρωχάμη, από τις πρώτες φυλακές μέχρι την τελική αποφυλάκιση, παρουσιάζει μια σταδιακή εξέλιξη: το παιδί που δραπετεύει από την αποθήκη του σχολείου, ο έφηβος που αναζητά μεροκάματο για να συντηρήσει την οικογένειά του, ο άνδρας που ζει ανάμεσα στις φυλακές και τις αποδράσεις, και ο πατέρας που προστατεύει την κόρη του. Κάθε στιγμή είναι σκηνή γεμάτη ένταση, σχεδιασμό και αντίληψη κινδύνου.
Μετά την αποφυλάκιση, ο Ρωχάμης ζει μια ζωή σχετικά ήσυχη στο Λευκαντί, όπου η καθημερινότητα αντικαθιστά την ένταση των φυλακών. Η ιστορία του παραμένει ζωντανή μέσα από τις αναμνήσεις, τα ρεπορτάζ και τις αφηγήσεις που τον παρουσιάζουν σαν θρύλο των αποδράσεων, έναν άνθρωπο που για δεκαετίες κατόρθωνε να ξεφεύγει από τον νόμο και να επιβιώνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο περιορισμούς.
Ο Βαγγέλης Ρωχάμης πέρασε συνολικά 31 χρόνια από τη ζωή του μέσα στις φυλακές, με περισσότερες από δέκα αποδράσεις, πολλές από τις οποίες εκτυλίχθηκαν με τη βοήθεια φίλων ή συνεργατών, και άλλες με την υποστήριξη γυναικών που τον έκρυψαν ή τον βοήθησαν να κινηθεί ελεύθερος. Οι αποδράσεις του ήταν πάντα υπολογισμένες, με ψυχραιμία και στρατηγική, δείχνοντας την ικανότητά του να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο και να αναπτύσσει σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας ακόμη και μέσα σε περιβάλλοντα όπου η προδοσία ήταν πάντα πιθανή.
Η σχέση του με την κόρη του και η προστασία της, η αίσθηση της οικογένειας και της πίστης στους δικούς του, είναι στοιχεία που διατρέχουν όλη τη ζωή του. Οι δράσεις του, οι φυλακές, οι αποδράσεις και τα εγκλήματα δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτή την προσωπική διάσταση: η οικογένεια γίνεται λόγος για να πάρει ρίσκα, λόγος για να επιβιώσει, λόγος για να διαφυλάξει αυτούς που αγαπάει.
Στο τέλος της ζωής του, ο Ρωχάμης κατορθώνει να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του εκτός φυλακής, να απολαύσει την ελευθερία του και να απομακρυνθεί από τα εγκληματικά δρώμενα. Η ζωή του, ωστόσο, παραμένει ζωντανή μέσα από τις αφηγήσεις, τα άρθρα και τις μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν ή παρακολούθησαν τα γεγονότα. Οι αποδράσεις του, η εξυπνάδα, η τόλμη και η εφευρετικότητά του συνεχίζουν να προκαλούν θαυμασμό, δέος και φόβο.

Comments
Post a Comment