Η Γλυφάδα, ένα ήσυχο πρωινό του Ιανουαρίου, βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο μιας οικογενειακής τραγωδίας που δεν γεννήθηκε εκείνη τη μέρα, αλλά είχε ξεκινήσει δώδεκα χρόνια νωρίτερα. Λίγο μετά τις οκτώ το πρωί, μέσα σε μια πολυκατοικία κοντά σε κεντρικό δρόμο της περιοχής, ένας 80χρονος άνδρας δεχόταν θανάσιμη επίθεση από τον ίδιο του τον γιο. Το έγκλημα δεν ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας έντασης· είχε προηγηθεί καρτέρι, σιωπή και μια βία που επαναλαμβανόταν με ανατριχιαστική συνέπεια.
Ο ηλικιωμένος άνδρας κατέβαινε όπως κάθε Κυριακή από το διαμέρισμά του για να πάρει το αυτοκίνητο και να πάει στην εκκλησία. Στην πιλοτή της πολυκατοικίας τον περίμενε ο 46χρονος γιος του. Κρατούσε μαχαίρι. Η επίθεση ήταν άμεση και βίαιη. Οι κραυγές του πατέρα ακούστηκαν σε γειτονικά διαμερίσματα. Ζητούσε βοήθεια, καλούσε την Παναγία, προσπαθούσε να σωθεί. Κάποια στιγμή, σύμφωνα με μαρτυρίες, φέρεται να είπε στον γιο του: «Παιδί μου, πέθανα τώρα, μην με σκοτώνεις άλλο». Τα λόγια αυτά δεν στάθηκαν αρκετά για να σταματήσουν την επίθεση.
Το σώμα του 80χρονου εντοπίστηκε λίγο αργότερα μέσα στο πορτ-μπαγκάζ αυτοκινήτου στην πιλοτή. Έφερε πολλαπλά τραύματα από μαχαίρι. Το όπλο της επίθεσης βρέθηκε πεταμένο κοντά στο σημείο. Γείτονες, σοκαρισμένοι, είχαν ήδη ειδοποιήσει την αστυνομία. Οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο ανέβηκαν στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, όπου βρισκόταν ο δράστης, και τον συνέλαβαν χωρίς αντίσταση.
Από τις πρώτες του φράσεις έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη πράξη. Ο 46χρονος δήλωσε ότι είχε σκοτώσει και τη μητέρα του στο παρελθόν και ότι, αν αφεθεί ελεύθερος, θα σκοτώσει και τα αδέλφια του. Δεν μιλούσε με σύγχυση, αλλά με μια ψυχρή, σχεδόν μηχανική βεβαιότητα, που προκάλεσε έντονη ανησυχία στους αστυνομικούς.
Η αναφορά στη μητέρα δεν ήταν τυχαία. Το 2014, δώδεκα χρόνια πριν από την πατροκτονία, ο ίδιος άνδρας είχε δολοφονήσει τη μητέρα του μέσα στο οικογενειακό σπίτι. Τότε ήταν 34 ετών. Το έγκλημα είχε διαπραχθεί στο μπάνιο του σπιτιού, με πολλαπλές μαχαιριές. Μετά τη δολοφονία, είχε παρουσιαστεί μόνος του στο αστυνομικό τμήμα και είχε ομολογήσει την πράξη του, ζητώντας να συλληφθεί.
Για τη δολοφονία της μητέρας του καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 16 ετών. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική πτέρυγα φυλακών. Το 2018 αποφυλακίστηκε υπό όρους, έχοντας εκτίσει περίπου τέσσερα χρόνια. Του είχαν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα: υποχρεωτική διαμονή στο σπίτι του πατέρα του και τακτική παρουσία στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής σε συγκεκριμένες ημερομηνίες κάθε μήνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι όροι αυτοί τηρούνταν.
Γείτονες και άνθρωποι που τον γνώριζαν περιέγραφαν έναν άνθρωπο εσωστρεφή, με εμφανή ψυχολογικά προβλήματα, που δεν προκαλούσε φασαρίες αλλά έδινε την αίσθηση ότι κουβαλούσε κάτι βαρύ και άλυτο μέσα του. Τα τελευταία χρόνια δεν έμενε μόνιμα με τον πατέρα του, όμως η επαφή τους δεν είχε διακοπεί. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η ιστορία θα έκλεινε με τον ίδιο τρόπο που είχε ξεκινήσει: με ένα μαχαίρι και έναν νεκρό γονέα.
Η πατροκτονία στη Γλυφάδα δεν ήταν απλώς ένα ακόμη έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας. Ήταν η επανάληψη μιας τραγωδίας που είχε ήδη συμβεί, με τον ίδιο δράστη και μέσα στην ίδια οικογένεια. Μια υπόθεση που άφησε πίσω της όχι μόνο δύο νεκρούς, αλλά και σοβαρά ερωτήματα για το πώς διαχειρίζεται η κοινωνία, η Δικαιοσύνη και το σύστημα ψυχικής υγείας ανθρώπους που έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να γίνουν επικίνδυνοι.
Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στα χέρια των ανακριτικών αρχών, όμως το χρονικό της βίας είχε γραφτεί πολύ πριν από εκείνο το πρωινό. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση προδιαγεγραμμένης τραγωδίας είναι που κάνει την ιστορία τόσο βαριά και δύσκολη να αγνοηθεί.

Comments
Post a Comment