Η Ελένη Τοπαλούδη ζούσε στη Ρόδο για να ολοκληρώσει τις σπουδές της ως τεταρτοετής φοιτήτρια κάνοντας όνειρα για το μέλλον που ανοιγόταν μπροστά της στα 21 της χρόνια. Το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου 2018 η ζωή της σταμάτησε βίαια όταν ο Μανώλης Κούκουρας και ο Αλέξανδρος Λούτσαϊ την έπεισαν να τους ακολουθήσει σε ένα εξοχικό σπίτι στους Πεύκους της Λίνδου.
Μόλις πέρασαν το κατώφλι η ατμόσφαιρα σκοτείνιασε απότομα με την πρόταση για μια κοινή ερωτική συνεύρεση να πέφτει στο τραπέζι. Η Ελένη αρνήθηκε κατηγορηματικά και εκείνη ακριβώς τη στιγμή το σπίτι έπαψε να είναι καταφύγιο και έγινε ένα απομονωμένο σφαγείο.
Η άρνησή της πυροδότησε μια επίθεση που ξεπέρασε κάθε ανθρώπινο ένστικτο με την Ελένη να κατακρεουργείται βάναυσα και από τους δύο. Η σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη συνοδεύτηκε από έναν εφιαλτικό βασανισμό που άφησε το αίμα της να ποτίσει τους τοίχους τα έπιπλα τις πόρτες ακόμα και το ταβάνι της οικίας.
Η βαρβαρότητα δεν είχε φραγμούς καθώς οι δράστες χρησιμοποίησαν ένα σιδερένιο αντικείμενο για να τη χτυπήσουν στο κεφάλι θρυμματίζοντας το κρανίο της και προκαλώντας εγκεφαλική αιμορραγία. Η Ελένη δέχθηκε χαρακιές στον λαιμό με κουζινομάχαιρο και υπέστη απόπειρα στραγγαλισμού με τα χέρια βιώνοντας τον απόλυτο πανικό της ασφυξίας πριν καν την εγκαταλείψουν.
Παρά τη σφαγή η Ελένη παρέμενε ζωντανή και αιμόφυρτη μέσα στο σπίτι παρακαλώντας τους βασανιστές της να τη μεταφέρουν σε ένα νοσοκομείο για να σωθεί. Η έκκλησή της αγνοήθηκε επιδεικτικά και οι δύο άνδρες επέλεξαν να ολοκληρώσουν το έγκλημα φορτώνοντάς την στο αυτοκίνητο του πατέρα του ενός.
Το DNA της εντοπίστηκε αργότερα στη θέση του συνοδηγού και στο καπάκι της καρότσας καθώς την οδηγούσαν στην παραλία Φώκια μέσα στο σκοτάδι. Εκεί την πέταξαν πάνω στα βράχια και στη συνέχεια την έριξαν στη θάλασσα. Η πτώση την άφησε αναίσθητη αλλά η Ελένη ανέπνεε ακόμα μέχρι που το νερό γέμισε τους πνεύμονές της και επήλθε ο θάνατος από πνιγμό. Ο ιατροδικαστής ήταν καταπέλτης τονίζοντας πως δεν υπάρχει συναίνεση στον θάνατο και πως αν την είχαν αφήσει στην πόρτα ενός νοσοκομείου σήμερα θα ζούσε.
Το επόμενο πρωί το Λιμενικό βρήκε τη σορό της γυμνή να επιπλέει με τα σημάδια του βασανισμού να φωνάζουν για την κτηνωδία που είχε υποστεί. Οι δράστες συνελήφθησαν στις 5 Δεκεμβρίου 2018 όμως η στάση τους μετά τη δολοφονία ήταν μια ωμή πρόκληση στην ανθρώπινη λογική.
Την επόμενη κιόλας μέρα αντάλλασσαν μηνύματα στο Facebook και κανόνιζαν ραντεβού για καφέ με άλλα κορίτσια ενώ ο 21χρονος Ροδίτης προγραμμάτιζε να πάει στο γυμναστήριο σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Παράλληλα προσπάθησαν να σβήσουν τα ίχνη τους καθαρίζοντας σπίτι και αυτοκίνητο με χλωρίνη ενώ πέταξαν ματωμένα σεντόνια και το στραβωμένο από τη βία κουζινομάχαιρο στην παραλία.
Η δίκη που ακολούθησε το 2020 έφερε στο φως όχι μόνο την ομόφωνη ενοχή τους για ανθρωποκτονία και σεξουαλική κακοποίηση αλλά και μια αλυσίδα παραλείψεων. Αποκαλύφθηκε πως η Ελένη είχε πέσει θύμα κακοποίησης και το 2017 όμως η καταγγελία της δεν καταγράφηκε ποτέ επίσημα από την αστυνομία της Ρόδου αφήνοντάς την απροστάτευτη.
Η καταδίκη τους σε ισόβια κάθειρξη και 15 χρόνια ήταν η μόνη δυνατή απάντηση σε ένα έγκλημα που ανάγκασε μια ολόκληρη κοινωνία να προφέρει για πρώτη φορά τον όρο γυναικοκτονία. Το όνομα της Ελένης Τοπαλούδη παραμένει ένα αιχμηρό σύμβολο για κάθε γυναίκα που δολοφονήθηκε επειδή τόλμησε να πει όχι σε έναν κόσμο που αρνείται να την ακούσει.

Comments
Post a Comment