Το Σιδηρουργείο της Φρίκης: Η «Θυσία» της Μαρίας Διδασκάλου


Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την ημέρα. Ήταν η ώρα της προσευχής, μία από εκείνες τις στιγμές στο σχολείο που ο χρόνος κυλά αργά και μηχανικά, μέχρι που ο διευθυντής πήρε τον λόγο. Μας ανακοίνωσε ότι η φίλη μου, η Μαρία Διδασκάλου, δεν θα ερχόταν ξανά στο σχολείο. Ότι είχε φύγει από τη ζωή.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να σταμάτησαν όλα γύρω μου. Ήταν σαν να πέρασαν μπροστά μου τα τελευταία της λεπτά. Μια εικόνα που δεν μπορούσα να εξηγήσω, που δεν έβγαζε νόημα. Δεν καταλάβαινα τι είχε συμβεί. Αργότερα, στο σπίτι, η μητέρα μου, μου εξήγησε τι είχε γίνει. Η φίλη μου είχε δολοφονηθεί. Δεν μπορούσα να συνέλθω για μέρες.

Η Μαρία Διδασκάλου ήταν ένα ιδιαίτερο κορίτσι. Πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο, κάναμε μαζί ενισχυτική διδασκαλία και περνούσαμε πολλές ώρες στον ίδιο χώρο. Δύο μέρες πριν από τη δολοφονία της είχαμε ψιλοτσακωθεί. Ήταν κάτι μικρό, ασήμαντο, από αυτά που συμβαίνουν συχνά ανάμεσα σε παιδιά.

Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, της έδινα πάντα τον χρόνο της. Ήξερα ότι τον χρειαζόταν. Και σχεδόν πάντα, την επόμενη μέρα, εμφανιζόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Με την ίδια ηρεμία, την ίδια σιωπηλή παρουσία, σαν να είχε αφήσει πίσω της κάθε ένταση χωρίς να χρειαστεί να ειπωθεί ούτε λέξη.

Η Μαρία ήταν γλυκιά και καλοσυνάτη, με έναν τρόπο που δεν ζητούσε ποτέ προσοχή. Δεν ήταν από τα παιδιά που ξεχώριζαν εύκολα ή που τα πρόσεχαν όλοι. Ζούσε κάπως στο περιθώριο, όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή έτσι την τοποθέτησε ο κόσμος γύρω της. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή, υπήρχε μια καθαρότητα χαρακτήρα, μια ησυχία που έμενε.

Ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, εκείνη η ανακοίνωση στο σχολείο και η σκέψη ότι δεν θα τη δούμε ξανά παραμένουν χαραγμένες μέσα μου με τρόπο που δεν ξεθωριάζει.

Ο χρόνος σταμάτησε για την αγαπημένη μου φίλη στις 3 Μαΐου 2002. Εκείνη την ημέρα η Μαρία είχε επιστρέψει από το σχολείο στο σπίτι της, στη συνοικία Καλούτσανη. Η μητέρα της τής ζήτησε να βγάλει τα σκουπίδια κι εκείνη βγήκε από το σπίτι και διέσχισε την αυλή.

Αφού τα πέταξε, αποφάσισε να μείνει για λίγο έξω και να παίξει. Μετά από λίγη ώρα, γείτονες τη θυμούνται να παίζει με το σκυλάκι του Χρήστου Κολοβού, ενός άντρα που διατηρούσε κατάστημα σιδηρικών μόλις είκοσι μέτρα μακριά. Από εκείνο το σημείο και μετά, τα ίχνη της χάθηκαν.

Όταν οι γονείς της συνειδητοποίησαν ότι η Μαρία δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι, άρχισαν να την αναζητούν και ειδοποίησαν την Αστυνομία. Οι έρευνες στράφηκαν σύντομα στο κατάστημα του Χρήστου Κολοβού. Εκείνος αρχικά έδειχνε πρόθυμος να βοηθήσει, όμως όταν του ζητήθηκε να ελεγχθεί η αποθήκη του, αρνήθηκε να συνεργαστεί.

Η στάση του κίνησε τις υποψίες των αστυνομικών. Μετά από αρκετή πίεση, συναίνεσε τελικά στον έλεγχο του χώρου με εκπαιδευμένους σκύλους. Λίγη ώρα αργότερα, κάτω από έναν πάγκο, ανάμεσα σε εργαλεία και υλικά, βρέθηκε το άψυχο σώμα της Μαρίας.

Την είχε στραγγαλίσει με ένα συρματόσχοινο, μέσα στον ίδιο χώρο όπου καθημερινά περνούσε κόσμος.

Κατά την ανάκριση, ο Κολοβός ομολόγησε χωρίς καμία ένδειξη μεταμέλειας. Οι απαντήσεις του προκάλεσαν σοκ. Υποστηριξε ότι στραγγάλισε την άτυχη Μαρία επειδή είχε «υποχρέωση σε ψυχές» και πώς έπρεπε «να θυσιαστεί ένα παιδί, για να σωθούν οι υπόλοιποι άνθρωποι»

Η ιατροδικαστική εξέταση επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε σεξουαλική κακοποίηση. Οι έρευνες, όμως, προχώρησαν βαθύτερα. Στο αγρόκτημά του στα Κωστακιά Άρτας εντοπίστηκαν σκοινιά με ίχνη αίματος και έντυπο υλικό με αναφορές σε παραθρησκευτικές οργανώσεις. Τα στοιχεία αυτά εξετάστηκαν από τις αρχές για το ενδεχόμενο σύνδεσης και με άλλες εξαφανίσεις.

Ο Κολοβός οδηγήθηκε στον εισαγγελέα φορώντας αλεξίσφαιρο γιλέκο, παραμένοντας προκλητικά ψύχραιμος απέναντι στην οργή του συγκεντρωμένου πλήθους που ζητούσε δικαιοσύνη.

Για εμάς που τη γνωρίσαμε, η υπόθεση αυτή δεν έκλεισε ποτέ με μια ομολογία.

Κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνες τις λεπτομέρειες - το αγρόκτημα στην Άρτα, τις «θυσίες», την αποθήκη δίπλα στο σπίτι της - το κενό μεγαλώνει. Η Μαρία δεν ήταν απλώς ένα θύμα σε μια δικογραφία. Ήταν το κορίτσι που χάθηκε μέσα στον απόλυτο παραλογισμό ενός ψυχοπαθή.



Comments