Όταν η απόρριψη γίνεται φονικό όπλο: Η δολοφονία της Ντόρας Ζαχαριά



Υπάρχει μια στιγμή, λίγο πριν ακουστούν οι πυροβολισμοί, που αν σταθείς μέσα της, όλα μοιάζουν απολύτως συνηθισμένα. Είναι μεσημέρι, 22 Σεπτεμβρίου 2021, στη Ρόδος. Ο ήλιος πέφτει κάθετα πάνω στα παρμπρίζ, οι δρόμοι έχουν την κίνηση μιας καθημερινής ημέρας και τίποτα δεν προμηνύει ότι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μια ζωή θα κοπεί απότομα.


Τη βλέπεις να βγαίνει από το κτίριο όπου μόλις έχει τελειώσει τη δουλειά της. Η Ντόρα Ζαχαριά είναι 31 ετών, δασκάλα ειδικής αγωγής. Έχει περάσει το πρωινό της με παιδιά που χρειάζονται υπομονή, επιμονή, φροντίδα. Αυτή ήταν η καθημερινότητά της. Να δίνει χρόνο, να δίνει προσοχή, να διορθώνει μικρές λεπτομέρειες – όπως τότε που, παιδί ακόμα, επέμενε να σβήσει προσεκτικά ένα γράμμα στο τετράδιο για να συνεχίσει από το ακριβές σημείο που είχε μείνει, χωρίς να αλλάξει η ένταση του μολυβιού. Μια τελειομανία αθώα, παιδική, που έγινε μέρος του χαρακτήρα της.


Τώρα κρατά τα κλειδιά στο χέρι. Κατευθύνεται προς το αυτοκίνητό της. Δεν ξέρεις τι σκέφτεται. Ίσως τα απογευματινά της μαθήματα, ίσως μια απλή λίστα πραγμάτων που πρέπει να γίνουν. Δεν υπάρχει ένταση στο σώμα της, καμία βιασύνη που να προδίδει φόβο. Δέκα ημέρες έχουν περάσει από τότε που έφυγε από το σπίτι όπου ζούσε με τον σύντροφό της. Δέκα ημέρες από τη στιγμή που αποφάσισε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει.


Και κάπου εκεί, πριν ανοίξει την πόρτα, είναι ήδη εκείνος. Ο 40χρονος πρώην σύντροφός της. έχει φτάσει νωρίτερα και την περίμενε, δεν έχουν κανονίσει να βρεθούν. Η Ντόρα περπατά ανυποψίαστη και πηγαίνει προς το αμάξι της. Μόλις την είδε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, σηκώνει την κυνηγετική καραμπίνα. Ακούγονται δύο πυροβολισμοί. Η Ντόρα σωριάζεται στον δρόμο. Ο χρόνος, για εκείνη, σταματά εκεί. 


Για τους υπόλοιπους, συνεχίζει να κυλά με έναν παράλογο τρόπο, σαν να μην συνέβη τίποτα και σαν να συνέβη το αδιανόητο ταυτόχρονα. Αν μείνεις σε αυτή τη σκηνή, θα νομίσεις ότι όλα έγιναν ξαφνικά. Όμως τίποτα από όσα προηγήθηκαν δεν ήταν ξαφνικό. Γυρίζεις πίσω, μήνες πριν. Η σχέση τους είχε ξεκινήσει περίπου εννέα μήνες νωρίτερα. 


Η Ντόρα της είχε εκμυστηρευθεί στην φίλη της πως ενώ στην αρχή η σχέση της με τον 40χρονο ήταν καλή, από τη στιγμή που αποφάσισαν να ζήσουν μαζί άλλαξε η συμπεριφορά του. Ένα βράδυ την είχε κλειδώσει έξω από το σπίτι τους κατηγορώντας την ότι άργησε να γυρίσει. Άλλες φορές της απαγόρευε να βγει στο μπαλκόνι να καπνίσει, ενώ δεν της επέτρεπε να βλέπει τις φίλες της.


Το καλοκαίρι του 2021 πήγαν διακοπές στην Κάλυμνο, εκεί άρχισαν οι εντάσεις. Την κοιτούσε περίεργα όταν μιλούσε με φίλους της. Της ζητούσε να μην απαντά στο τηλέφωνο. Κάθε κουβέντα με άλλον άνθρωπο γινόταν αφορμή για σύγκρουση. Ήταν αρκετά προσεκτικός και υπολόγιζε την κάθε του κίνηση δεν της φώναζε μπροστά σε όλους. Πάντα περίμενε να μείνουν μόνοι.


 Η ζήλια του άρχισε να λειτουργεί σαν ασφυκτικός κλοιός, και είχε αρχίσει να μικραίνει τον χώρο γύρω της. Όταν επιστρέφεις από τις διακοπές και έχεις αρχίσει να νιώθεις ότι κάποιος μετράει τα λόγια σου, τις κινήσεις σου, τους ανθρώπους που πλησιάζεις, κάτι μέσα σου αλλάζει. Εκείνη το ένιωσε. Και πήρε την απόφαση να τον χωρίσει.


Στις 13 Σεπτεμβρίου έφυγε από το σπίτι. Λίγο αργότερα γύρισε με τη μητέρα και τη θεία της, για να μαζέψουν τα πράγματά της και γύρισε στο πατρικό της. Δεν υπήρξε καμία ένταση ή φωνές μεταξύ τους εκείνη τη μέρα. Από εκεί και πέρα, φαίνεται να σταμάτησε η μεταξύ τους επικοινωνία.  Ο 40χρονος ξεκίνησε να την παρακολουθεί. Η Ντόρα, μία μέρα πριν το μοιραίο σκηνικό, είχε πει στην μητέρα της,  ότι τον είδε έξω από ένα σπίτι που έκανε ιδιαίτερα. Εκείνος ήταν μέσα σε ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο, και πάλι δεν μίλησαν. 


Μόλις πέντε ημέρες πριν την αποτρόπαια δολοφονία, η 32χρονη είχε εκμυστηρευθεί στην ξαδέλφη της τους φόβους της, λέγοντας ότι εάν συνέχιζε την σχέση θα την έβλεπαν στις ειδήσεις.


Αν κοιτάξεις ακόμη πιο πίσω, θα δεις ότι η ιστορία δεν αρχίζει με τη Ντόρα.


Ο 40χρονος είχε υπάρξει παντρεμένος από το 2011. Η πρώην σύζυγός του, 19 ετών τότε, κατήγγειλε βίαιη συμπεριφορά. Στις 5 προς 6 Ιουλίου 2013, σύμφωνα με όσα κατέθεσε, πήγε στο σπίτι της με κυνηγετική καραμπίνα, την απήγαγε υπό την απειλή του όπλου, την έβαλε να οδηγεί ενώ εκείνος καθόταν πίσω και την σημάδευε. Την κράτησε μέχρι το πρωί, την χτύπησε στο πρόσωπο. Όταν αναζητούνταν από την αστυνομία και έληξε το αυτόφωρο, επέστρεψε στο σπίτι της, σκαρφάλωσε τον μαντρότοιχο. Απομακρύνθηκε από ιδιωτικό φύλακα που είχε προσληφθεί για την ασφάλειά της.


Καταδικάστηκε το 2014 για παράνομη βία και παράνομη οπλοφορία σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, που το 2018 μειώθηκε σε δύο μήνες με τριετή αναστολή. Ο γάμος είχε λυθεί το 2015.

Χρόνια αργότερα, μια άλλη γυναίκα, 40 ετών, μίλησε δημόσια για μια τετράμηνη σχέση μαζί του το 2020.  Η γυναίκα, μιλώντας στον τοπικό Τύπου της Ρόδου, περιέγραψε τον Κ.Μ ως έναν άνθρωπο κτητικό, χειριστικό και ζηλιάρη. 


«Ήταν κτητικός, ζηλιάρης. Στην αρχή μου παρουσιάστηκε σαν κύριος, τζέντλεμαν, με πρόσεχε, με νοιαζόταν, κέρδισε την εμπιστοσύνη μου.  Με τα προσωπικά του προβλήματα που είχε μετά από ένα τραυματισμό στο μάτι του, με έκανε να τον λυπάμαι κάπως, κι όταν κέρδισε την εμπιστοσύνη μου άρχισε να αποκαλύπτει τον πραγματικό του χαρακτήρα», τόνισε η 40χρονη.


Όλα αυτά υπάρχουν πριν από τη 22α Σεπτεμβρίου.


Και υπάρχει και η προηγούμενη μέρα. Μια τηλεφωνική συνομιλία είκοσι λεπτών με τον ασφαλιστή του, για ανανέωση συνταξιοδοτικού συμβολαίου. Μιλούσε για επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Ήταν χαλαρός. Είχε κανονίσει να καταβάλει το ποσό την ημέρα του εγκλήματος.


Όταν σκέφτεσαι αυτή τη λεπτομέρεια, η ψυχρότητα της προετοιμασίας γίνεται πιο έντονη.

Μετά τους πυροβολισμούς, έφυγε. Κατευθύνθηκε στο σπίτι όπου ζούσαν. Εκεί, έβαλε τέλος και στη δική του ζωή με το ίδιο όπλο.


Η είδηση μαθεύτηκε γρήγορα. Η τοπική κοινωνία αντέδρασε με οργή. Δηλώσεις συγγενών του προσπάθησαν να περιγράψουν έναν άνθρωπο «ερωτευμένο», «παθιασμένο». Την ίδια στιγμή, η μητέρα της Ντόρας,, μιλούσε δημόσια ζητώντας να μιλούν οι γυναίκες, να μην σωπαίνουν, να μην μένουν σε καταπιεστικές σχέσεις ούτε μία μέρα.


Αν μείνεις μέχρι το τέλος αυτής της ιστορίας, δεν βλέπεις μόνο μια σκηνή βίας. Βλέπεις μια διαδρομή που είχε σημάδια. Ζήλια που έγινε έλεγχος. Έλεγχος που έγινε παρακολούθηση. Παρακολούθηση που έγινε απειλή. Και όταν εκείνη έφυγε, όταν επέλεξε να προστατεύσει τον εαυτό της, η βία κλιμακώθηκε μέχρι το ακραίο σημείο.


Δεν υπάρχει κάθαρση. Δεν υπάρχει δικαστική αίθουσα, γιατί ο δράστης αυτοκτόνησε λίγες ώρες μετά. Υπάρχει μόνο το κενό που αφήνει μια γυναίκα 31 ετών, μια δασκάλα ειδικής αγωγής που έφευγε απλώς για να πάει στο αυτοκίνητό της.


Αν σταθείς ξανά σε εκείνη τη στιγμή, πριν ακουστούν οι πυροβολισμοί, θα δεις πόσο ήσυχη ήταν η εικόνα. Και θα ξέρεις ότι πίσω από αυτή την ησυχία είχαν προηγηθεί μήνες φόβου, ελέγχου και αποφάσεων που δεν έγιναν ποτέ σεβαστές.

Comments