Σορίν Ματέι: Η Τραγωδία της Οδού Νιόβης



Ο Σορίν Ματέι είχε ήδη ζήσει μια ζωή γεμάτη αποδράσεις, επιστροφές και συγκρούσεις με τις αρχές. Από μικρός μπλέχτηκε σε υποθέσεις βίας και ληστειών. Συνελήφθη πολλές φορές, αλλά πάντα κατάφερνε να δραπετεύει, λες και το ίδιο σκηνικό παιζόταν ξανά και ξανά με διαφορετικό φόντο. Είτε βρισκόταν σε φυλακές, είτε σε μεταγωγές ή νοσοκομεία, πάντα έβρισκε τρόπο να ξεφύγει. Κάθε φορά που τον έβρισκαν, κάτι συνέβαινε και όλα ξεκινούσαν από την αρχή.
Τον Μάρτιο του 1996, κατάφερε να δραπετεύσει από τις φυλακές της Κέρκυρας. Τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν, αλλά απέδρασε  ξανά. Είτε βρισκόταν σε νοσοκομείο, είτε στη μεταγωγή, είτε μέσα στη φυλακή, πάντα έβρισκε τρόπο να φύγει. Έμοιαζε να μην μπορεί να μείνει για πολύ σε ένα μέρος. Το 1997 τον βρήκαν τυχαία σε ένα μπλόκο και τον μετέφεραν στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. Ένα χρόνο αργότερα, μεταφέρθηκε στην Πάτρα, αλλά και πάλι κατάφερε να αποδράσει.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1998, οι αρχές τον εντόπισαν ξανά. Μετά από πληροφορίες και τη σύλληψη ενός συνεργού του, βρήκαν το κρησφύγετό του. Όταν μπήκαν, τους περίμενε οπλισμένος με όπλο και χειροβομβίδες. Η ένταση ανέβηκε αμέσως. Πήρε έναν αστυνομικό όμηρο και έφυγε, διασχίζοντας δρόμους και αλλάζοντας κατευθύνσεις για να κρατήσει απόσταση. Ύστερα από ώρες, εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και τον όμηρο και χάθηκε μέσα στην πόλη.
Η σύλληψή του έγινε βασικός στόχος. Οι κινήσεις του παρακολουθούνταν στενά. Όταν τον εντόπισαν ξανά στην Αθήνα, οι αστυνομικοί περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να επέμβουν, προσπαθώντας να αποφύγουν το χάος.
Η κατάλληλη στιγμή ήρθε το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου. Ο Ματέι ήταν στο σπίτι μιας γνωστής του, σε μια πολυκατοικία στα Κάτω Πατήσια. Οι αστυνομικοί μπήκαν στο διαμέρισμα και αμέσως ξέσπασε σύγκρουση. Έπεσε φως από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης, ακούστηκαν φωνές και όλα έγιναν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Παρά τον τραυματισμό του, κατάφερε να ξεφύγει περνώντας από τον φωταγωγό σε άλλο διαμέρισμα.
Στο διαμέρισμα βρίσκονταν τέσσερα άτομα: μια μητέρα, τα δύο παιδιά της και ο σύντροφος της κόρης. Η παρουσία του άλλαξε αμέσως την ατμόσφαιρα. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλά πιο αργά και όλοι κινούνταν προσεκτικά. Ζήτησε βοήθεια για τα τραύματά του και η μητέρα τον φρόντισε. Στη συνέχεια, έδεσε την κόρη και τον σύντροφό της μαζί με τον εαυτό του με ένα αυτοσχέδιο σχοινί, δημιουργώντας μια εύθραυστη ισορροπία.
Λίγο αργότερα, τηλεφώνησε σε έναν τηλεοπτικό σταθμό και ζήτησε να μιλήσει με τον παρουσιαστή των ειδήσεων. Η γραμμή άνοιξε και η φωνή του ακούστηκε σε χιλιάδες σπίτια. Για τις επόμενες ώρες, η ομηρία εξελισσόταν μπροστά σε ένα κοινό που παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να απομακρυνθεί.
Μιλούσε κοφτά και ζητούσε χρήματα, περιγράφοντας τι συνέβαινε στο διαμέρισμα. Είπε ότι είχε κάνει χρήση ουσιών. Η φωνή του πότε χαμήλωνε και πότε υψωνόταν. Ο δημοσιογράφος προσπαθούσε να κρατήσει τη συνομιλία, ενώ οι αστυνομικοί άκουγαν. Για κάποιο διάστημα, αυτή ήταν η μόνη επικοινωνία.
Καθώς περνούσε η ώρα, οι αρχές άρχισαν να παρεμβαίνουν. Ανώτεροι αξιωματικοί έφτασαν, κάποιοι στο στούντιο και άλλοι έξω από την πολυκατοικία. Οι αποφάσεις έπρεπε να παρθούν γρήγορα, μέσα σε μεγάλη πίεση. Ο χώρος γύρω από το κτίριο γέμισε με κόσμο και αστυνομικούς.
Η ένταση στο διαμέρισμα μεγάλωνε. Ζήτησε αμφεταμίνες για να μείνει ξύπνιος, αλλά του έδωσαν άλλα φάρμακα, τα οποία αναγνώρισε. Η εμπιστοσύνη χάθηκε και η επικοινωνία με τους αστυνομικούς διακόπηκε, ενώ η σύνδεση με την τηλεόραση συνεχιζόταν.
Κάποια στιγμή άφησε ελεύθερο τον νεαρό άντρα, προσφέροντας μια ανάσα ανακούφισης. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν, οι ώρες περνούσαν και η νύχτα είχε ήδη πέσει.
Έξω από το διαμέρισμα, οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να καταλάβουν την κατάσταση. Υποψιάζονταν ότι η χειροβομβίδα μπορεί να ήταν ψεύτικη, κάτι που θα επηρέαζε τις επόμενες κινήσεις τους. Λίγο πριν τις έντεκα, άφησε ελεύθερη τη μητέρα. Στο διαμέρισμα έμειναν δύο όμηροι. Τότε οι αρχές αποφάσισαν να επέμβουν.
Δόθηκε η εντολή και οι αστυνομικοί πλησίασαν. Έσπασαν τα τζάμια της μπαλκονόπορτας και μπήκαν μέσα. Οι ήχοι της εισβολής ακούστηκαν καθαρά, ενώ η τηλεφωνική γραμμή έμεινε ανοιχτή και οι φωνές μεταδόθηκαν ξανά στον αέρα.
Οι αστυνομικοί άρπαξαν τον άντρα και τον τράβηξαν μακριά. Το σχοινί που τον συνέδεε με τη γυναίκα κόπηκε. Για μια στιγμή, φάνηκε πως η διάσωση είχε ξεκινήσει. Όμως εκείνος αντέδρασε γρήγορα. Άρπαξε τη γυναίκα και την έσπρωξε προς τους αστυνομικούς, ενώ η χειροβομβίδα ήταν πάνω της. Αμέσως μετά ακολούθησε η έκρηξη.
Ο χώρος γέμισε θραύσματα, καπνό και φωνές. Πολλοί αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Ο επικεφαλής έπεσε στο έδαφος με τραύματα στο πρόσωπο, ενώ άλλοι υπέστησαν σοβαρές κακώσεις. Ένας από αυτούς έχασε το πόδι του. Η γυναίκα μεταφέρθηκε σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τη σώσουν και για μέρες έδιναν μάχη. Στις αρχές Οκτωβρίου, όμως, υπέκυψε στα τραύματά της.
Και ο ίδιος είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί τον σταθεροποίησαν και του έδωσαν ισχυρά κατασταλτικά. Λίγο αργότερα, αποφασίστηκε ότι δεν χρειαζόταν να μείνει άλλο εκεί και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών.
Τρεις μέρες αργότερα, βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Οι συνθήκες του θανάτου του δεν ξεκαθαρίστηκαν πλήρως. Οι εκτιμήσεις έκαναν λόγο για ασφυξία σε συνδυασμό με τη φαρμακευτική καταστολή. Η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί. Η επιχείρηση προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Οι αποφάσεις που είχαν ληφθεί εξετάστηκαν, όπως η εκτίμηση για τη χειροβομβίδα, ο χρόνος της εισβολής και οι συνθήκες της διαπραγμάτευσης. Ο αρχηγός της αστυνομίας παραιτήθηκε, ξεκίνησαν έρευνες και αναζητήθηκαν ευθύνες.
Τα γεγονότα εκείνης της νύχτας έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη. Η εικόνα του διαμερίσματος φωτισμένου από τα φώτα της πόλης, οι φωνές που ακούγονταν από την τηλεφωνική γραμμή και η αίσθηση ότι όλα συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή, έμειναν χαραγμένα. Μια ιστορία που ξεκίνησε με διαδοχικές αποδράσεις και κατέληξε σε μια νύχτα όπου ο χρόνος έμοιαζε να σταματά, μέχρι που μια έκρηξη τα διέκοψε όλα απότομα.

Σχόλια