Μέσα σε μια φτωχική γειτονιά της Αθήνας, τον Μάρτιο του 1975, γεννιέται ο Κώστας Πάσσαρης. Ο πατέρας του έχει καταγωγή από τη Σαντορίνη και η μητέρα του από τη Ρουμανία. Τα πρώτα του χρόνια σημαδεύονται από δυσκολίες. Όταν είναι μόλις έξι ετών χάνει τη μητέρα του. Από πολύ μικρή ηλικία αρχίζει να εμφανίζει παραβατική συμπεριφορά.
Στην εφηβεία του οι πρώτες κλοπές δεν αργούν να εμφανιστούν. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αστυνομία βρίσκει κλεμμένα αντικείμενα στο σπίτι του ύστερα από καταγγελίες. Ο ανήλικος τότε Πάσσαρης οδηγείται για έξι μήνες στο αναμορφωτήριο. Όταν αποφυλακίζεται συλλαμβάνεται ξανά για επαιτεία και επιστρέφει ξανά σε ίδρυμα.
Τα επόμενα χρόνια συνεχίζουν να κυλούν μέσα σε συγκρούσεις με τον νόμο. Όταν φτάνει η στιγμή να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού στην Κομοτηνή, κατηγορείται για κλοπές μέσα και έξω από το στρατόπεδο. Στις αρχές του 1995 συλλαμβάνεται από τη στρατονομία και οδηγείται στις στρατιωτικές φυλακές Αυλώνα. Λίγο αργότερα καταφέρνει να αποδράσει και κηρύσσεται λιποτάκτης.
Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει να κινείται στο περιθώριο. Προχωρά σε ένοπλες ληστείες και διαρρήξεις. Στα τέλη του 1996 η αστυνομία τον συλλαμβάνει ύστερα από καταδίωξη, αφού έχει ληστέψει μια γυναίκα κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού στην Καλλιθέα. Οδηγείται στη φυλακή της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική.
Εκεί γνωρίζει έναν κρατούμενο με καταγωγή από τη Ρουμανία, τον Νικολάε Γκόρεα. Οι δυο τους γίνονται στενοί φίλοι. Όταν αποφυλακίζονται το 1999 συναντούν έναν ακόμη συνεργό, τον Ίον Βασίλι. Μαζί σχηματίζουν μια μικρή ομάδα και αρχίζουν να πραγματοποιούν ένοπλες ληστείες στο κέντρο της Αθήνας. Στόχοι τους είναι ξενοδοχεία, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και ταξιδιωτικά γραφεία.
Τη νύχτα της 19ης Φεβρουαρίου 2000 βρίσκονται στην πλατεία Βάθης. Αστυνομικοί τους σταματούν για έναν τυπικό έλεγχο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η κατάσταση αλλάζει. Οι τρεις άνδρες βγαίνουν από το αυτοκίνητο κρατώντας υποπολυβόλα και αρχίζουν να πυροβολούν. Ακολουθεί ανταλλαγή πυρών. Δύο αστυνομικοί τραυματίζονται και ο Ίον Βασίλι πέφτει νεκρός. Ο Πάσσαρης και ο Γκόρεα καταφέρνουν να διαφύγουν.
Λίγο αργότερα ο Πάσσαρης τηλεφωνεί σε τηλεοπτικό σταθμό και απειλεί ότι θα εκδικηθεί για τον θάνατο του συνεργού του. Λίγες ημέρες μετά η αστυνομία τον εντοπίζει και τον συλλαμβάνει στην πλατεία Αμερικής. Πάνω του βρίσκονται ένα πιστόλι και μια χειροβομβίδα. Το ίδιο απόγευμα ο Γκόρεα σκοτώνεται σε συμπλοκή με αστυνομικούς στην Πετρούπολη. Ο Πάσσαρης οδηγείται στις φυλακές Κορυδαλλού.
Στη φυλακή θεωρείται ένας από τους πιο δύσκολους κρατούμενους. Με τον καιρό αρχίζει να παραπονιέται για επιληπτικές κρίσεις και πονοκεφάλους. Τον Φεβρουάριο του 2001 εγκρίνεται η μεταγωγή του σε νοσοκομείο για εξετάσεις.
Στις 16 Φεβρουαρίου 2001 δύο αρχιφύλακες του Τμήματος Μεταγωγών, ο Αθανάσιος Δρακόπουλος και ο Διονύσιος Αλεβιζόπουλος, μαζί με τον υπάλληλο εξωτερικής φρούρησης Ανδρέα Φυσέκη, αναλαμβάνουν να τον συνοδεύσουν από τις φυλακές Κορυδαλλού στο νοσοκομείο Γεννηματάς. Ο κρατούμενος φορά χειροπέδες. Κανείς όμως δεν γνωρίζει ότι έχει καταφέρει να προμηθευτεί ένα πιστόλι.
Μόλις φτάνουν στο νοσοκομείο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλα αλλάζουν. Με γρήγορες κινήσεις ο Πάσσαρης βγάζει το όπλο και πυροβολεί. Οι δύο αρχιφύλακες πέφτουν νεκροί. Ο Ανδρέας Φυσέκης τραυματίζεται σοβαρά, αλλά καταφέρνει να επιζήσει. Μέσα στη σύγχυση που ακολουθεί, ο Πάσσαρης τρέχει προς την έξοδο και καταφέρνει να δραπετεύσει.
Από εκείνη τη στιγμή γίνεται ο πιο καταζητούμενος άνθρωπος στη χώρα. Για μήνες κινείται μέσα στην Αθήνα πραγματοποιώντας ληστείες. Τον Μάιο του 2001 σκοτώνει μια νεαρή γυναίκα με καταγωγή από τη Βουλγαρία, αφού είχαν περάσει το βράδυ μαζί. Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο, μπαίνει σε ένα φαρμακείο στην Κυψέλη. Πυροβολεί δύο γυναίκες. Η μικροβιολόγος Μαρία Σαφού χάνει τη ζωή της. Η αδελφή της τραυματίζεται σοβαρά αλλά επιζεί.
Την ίδια περίοδο η αστυνομία προσπαθεί επανειλημμένα να τον εντοπίσει. Τον Ιούλιο του 2001 στήνεται επιχείρηση σε διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο, όπου υπάρχουν πληροφορίες ότι εμφανίζεται συχνά. Δεκάδες αστυνομικοί και άνδρες των ειδικών δυνάμεων περιμένουν μέσα στο σπίτι. Όταν ο Πάσσαρης φτάνει και ανοίγει την πόρτα, οι αστυνομικοί του φωνάζουν να σταματήσει. Εκείνος αντιδρά αμέσως. Παρά τον τραυματισμό του στο πόδι από πυρά αστυνομικού, καταφέρνει και πάλι να διαφύγει.
Λίγο καιρό αργότερα εγκαταλείπει την Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 2001 περνά στη Ρουμανία χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο. Εκεί συνεχίζει τη δράση του.
Τα ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 2001 εισβάλλει σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος στο Βουκουρέστι. Κατά τη διάρκεια της ληστείας σκοτώνει τον ιδιοκτήτη και έναν υπάλληλο και παίρνει περίπου δεκαέξι χιλιάδες δολάρια. Η ρουμανική αστυνομία εντοπίζει σύντομα έναν συνεργό του και μέσα από αυτόν φτάνει στα ίχνη του.
Στις 27 Νοεμβρίου 2001 αστυνομικοί πραγματοποιούν έφοδο στο διαμέρισμα όπου κρύβεται. Ο Κώστας Πάσσαρης συλλαμβάνεται. Ακολουθεί η δίκη του στο Βουκουρέστι. Το δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη για τη ληστεία και τη διπλή ανθρωποκτονία.
Τα επόμενα χρόνια παραμένει κρατούμενος στη Ρουμανία. Αργότερα, ελληνικό δικαστήριο τον καταδικάζει για τα εγκλήματα που έγιναν στην Ελλάδα σε τέσσερις φορές ισόβια κάθειρξη και δεκάδες χρόνια φυλάκισης για απόπειρες ανθρωποκτονίας και ληστείες.
Σήμερα, πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα που συγκλόνισαν την Ελλάδα, ο Κώστας Πάσσαρης παραμένει έγκλειστος στις φυλακές της Κραϊόβα στη Ρουμανία. Ένας άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του μέσα στη βία, στις αποδράσεις και στις ληστείες, και που το όνομά του συνδέθηκε με μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις εγκληματικότητας των τελευταίων δεκαετιών.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου