Η βαριά πόρτα της 21 Rue le Sueur ήταν το κατώφλι προς το άγνωστο. Όποιος την περνούσε ένιωθε πως πλησίαζε στην ελευθερία, όμως στην πραγματικότητα ξεκινούσε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ο Marcel Petiot, με το διακριτικό του χαμόγελο, φαινόταν καθησυχαστικός, όμως κάθε του λέξη έκρυβε παγίδα. Το σπίτι, λίγα βήματα από την Αψίδα του Θριάμβου, πρόσφερε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Στα δωμάτιά του, όμως, η ελπίδα χανόταν αθόρυβα.
Η σιωπή ήταν απόλυτη. Κανείς δεν μάθαινε τι συνέβαινε πραγματικά πίσω από τους τοίχους. Μια ένεση ή λίγες σταγόνες αερίου αρκούσαν. Μετά, ο Petiot μάζευε τα υπάρχοντα των θυμάτων. Εξαφάνιζε τα άψυχα σώματα των θυμάτων του με διάφορους τρόπους. Κάποιες φορές τα έριχνε στον Σηκουάνα, άλλοτε τα έβαζε σε ασβέστη, τα έκαιγε ή τα έκρυβε σε υπόγειες κρύπτες.
Το Παρίσι της Κατοχής ήταν μια πόλη που κατάπινε φωνές και σκιές. Οι εξαφανίσεις περνούσαν απαρατήρητες, ενώ οι οικογένειες έμεναν με μια οδυνηρή σιωπή. Ο Marcel Petiot γεννήθηκε το 1897 στην Auxerre. Από μικρός ξεχώριζε για την ευφυΐα του, όμως δεν κατάφερε ποτέ να βρει σταθερότητα. Η απώλεια της μητέρας του σε ηλικία δώδεκα ετών τον σημάδεψε βαθιά.
Λίγο αργότερα βρέθηκε κατηγορούμενος για κλοπή, αλλά η διάγνωση ψυχικής ασθένειας τον έσωσε από την καταδίκη. Στο σχολείο, η φήμη του τον ακολουθούσε και οι συνεχείς αποβολές διέκοπταν την πορεία του. Το 1915 ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε ειδική ακαδημία του Παρισιού. Αμέσως μετά κατατάχθηκε εθελοντικά στον στρατό, όπου τραυματίστηκε στη μάχη και δηλητηριάστηκε από αέρια. Η ψυχική του υγεία επιδεινώθηκε και η ζωή του γέμισε με νοσηλείες και πειθαρχικές ποινές. Τελικά, πριν κλείσει τα 25, αποστρατεύτηκε με αναπηρία.
Μετά τον πόλεμο φοίτησε σε ταχύρρυθμο ιατρικό πρόγραμμα για βετεράνους, πήρε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού και εργάστηκε για λίγο στην Évreux. Στο Villeneuve-sur-Yonne, όπου μετακόμισε, άρχισε σύντομα να διαδίδεται η φήμη του ως γιατρού με παράνομες συνταγές, αμφιλεγόμενες αμβλώσεις και μικροκλοπές. Το 1926 εξαφανίστηκε μυστηριωδώς η Louise Delaveau, ασθενής και κόρη ηλικιωμένης γυναίκας με την οποία ο Petiot είχε σχέση. Κάποιοι κάτοικοι τον είδαν να φορτώνει ένα μεγάλο μπαούλο στο αυτοκίνητό του, όμως η αστυνομία δεν κατάφερε ποτέ να βρει αποδείξεις ή να εξιχνιάσει την υπόθεση, που τελικά καταγράφηκε ως φυγή. Εκείνη την εποχή ο Petiot μπήκε και στην πολιτική.
Το 1925 εκλέχθηκε δήμαρχος του χωριού και το 1927 παντρεύτηκε τη Georgette Valentine Lablais, κόρη εύπορης οικογένειας. Τον Απρίλιο του 1928 γεννήθηκε ο γιος τους Gerhardt. Όμως, πίσω από την ήρεμη πρόσοψη του οικογενειάρχη και του πολιτικού, οι σκιές πλήθαιναν. Οι καταγγελίες για υπεξαίρεση δημοτικών χρημάτων, ύποπτες συναλλαγές και κλοπές άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο συχνές. Τον Αύγουστο του 1931 τέθηκε σε αναστολή και παραιτήθηκε.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Petiot εκλέχθηκε σύμβουλος στο Yonne Département, όμως το 1932 κατηγορήθηκε για κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος και έχασε τη θέση του. Εκείνη την περίοδο είχε ήδη αποφασίσει να μετακομίσει στο Παρίσι. Στην πρωτεύουσα ξαναέχτισε τη ζωή του από την αρχή. Στην οδό 66 Rue de Caumartin απέκτησε γρήγορα πελατεία και οικοδόμησε φήμη ως γιατρός κοντά στην Opéra.
Πίσω από τη βιτρίνα της επιτυχίας, όμως, συνέχιζαν να υπάρχουν υποψίες για παράνομες αμβλώσεις και συνταγογράφηση ναρκωτικών. Το 1936 απέκτησε το δικαίωμα να εκδίδει πιστοποιητικά θανάτου, ενώ την ίδια χρονιά χρειάστηκε να νοσηλευτεί λόγω κλεπτομανίας. Έναν χρόνο αργότερα αφέθηκε ελεύθερος. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η ζωή στην πόλη άλλαξε δραματικά. Μετά το 1940, όταν οι πολίτες άρχισαν να στέλνονται για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία, ο Petiot προσέφερε ψεύτικα πιστοποιητικά αναπηρίας σε όσους ήθελαν να αποφύγουν την επιστράτευση.
Τον Ιούλιο του 1942 καταδικάστηκε για υπερβολική συνταγογράφηση ναρκωτικών και του επιβλήθηκε πρόστιμο 2.400 φράγκων. Δύο τοξικομανείς που θα κατέθεταν εις βάρος του είχαν ήδη εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, ο Petiot ξεκίνησε τη μεγαλύτερη και πιο επικερδή του απάτη. Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο “Dr. Eugène”, ισχυριζόταν πως είχε τη δυνατότητα να οργανώσει διαφυγή προς τη Νότια Αμερική μέσω Πορτογαλίας, με κόστος 25.000 φράγκα το άτομο. Συνεργοί του, οι Raoul Fourrier, Edmond Pintard και René-Gustave Nézondet, του έφερναν ανθρώπους που αναζητούσαν σωτηρία: Εβραίους, μέλη της Αντίστασης, αλλά και καταζητούμενους.
Το σπίτι στην 21 Rue le Sueur αγοράστηκε το 1941. Βρισκόταν κοντά στην Αψίδα του Θριάμβου και εξωτερικά έδινε την εντύπωση μιας ήσυχης κατοικίας. Πίσω από τους τοίχους του, όμως, συγκεντρώνονταν βαλίτσες, ρούχα, προσωπικά αντικείμενα και τα άψυχα σώματα των θυμάτων, που δεν θα έβγαιναν ποτέ ξανά στο φως. Όταν η Gestapo πληροφορήθηκε τη δράση του Petiot, πίστεψε πως είχε εντοπίσει δίκτυο της Αντίστασης. Ο Robert Jodkum πίεσε τον Yvan Dreyfus να προσεγγίσει το κύκλωμα, με αποτέλεσμα ο Dreyfus να εξαφανιστεί. Αργότερα, ένας πληροφοριοδότης κατάφερε να διεισδύσει στην ομάδα. Οι Fourrier, Pintard και Nézondet συνελήφθησαν και, μετά από βασανιστήρια, αποκάλυψαν ότι ο "Dr. Eugène" ήταν ο Marcel Petiot.
Στις 11 Μαρτίου 1944 η ατμόσφαιρα στη Rue Le Sueur ήταν αποπνικτική από τη δυσοσμία. Πυκνός μαύρος καπνός έβγαινε από την καμινάδα και οι γείτονες ειδοποίησαν την αστυνομία. Οι πυροσβέστες μπήκαν στο σπίτι και κατέβηκαν στο υπόγειο. Εκεί βρήκαν μια μεγάλη φωτιά σε μια σόμπα με κάρβουνο. Μέσα και γύρω από τις φλόγες υπήρχαν ανθρώπινα λείψανα. Στην αυλή βρέθηκε ένας λάκκος γεμάτος ασβέστη, ενώ μέσα στο σπίτι βρέθηκαν κι άλλα μέλη σωμάτων, αρκετά για τουλάχιστον δέκα ανθρώπους. Επιπλέον, ανακαλύφθηκαν 72 βαλίτσες και 655 κιλά αντικειμένων.
Συνολικά καταγράφηκαν 1.760 κομμάτια ρουχισμού. Ανάμεσά τους ήταν και ένα παιδικό πιτζαμάκι που ανήκε στον René Kneller, ο οποίος είχε εξαφανιστεί μαζί με τους γονείς του. Το Παρίσι πάγωσε. Η υπόθεση έγινε αμέσως πρωτοσέλιδο. Η Le Matin δημοσίευσε εκτενές άρθρο στις 14 Μαρτίου 1944. Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα στην Ελβετία, το Βέλγιο και τη Σκανδιναβία. Ο ίδιος ο Petiot εξαφανίστηκε για επτά μήνες. Κρυβόταν σε σπίτια φίλων, έλεγε ότι τον κυνηγούσε η Gestapo επειδή είχε σκοτώσει Γερμανούς και πληροφοριοδότες, άφησε γένια και πήρε ψεύτικα ονόματα. Κατά την απελευθέρωση του Παρισιού παρουσιάστηκε ως “Henri Valeri” και μπήκε στις Γαλλικές Εσωτερικές Δυνάμεις.
Έφτασε στο σημείο να διοριστεί λοχαγός με ευθύνες στην αντικατασκοπεία και στη διενέργεια ανακρίσεων κρατουμένων. Η καταδίωξή του ολοκληρώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1944, όταν τον αναγνώρισαν και τον συνέλαβαν σε σταθμό του μετρό στο Παρίσι. Πάνω του βρέθηκαν ένα πιστόλι, 31.700 φράγκα και 50 σύνολα εγγράφων ταυτότητας. Η δίκη του ξεκίνησε στις 18 Μαρτίου 1946 και διήρκεσε έως τις 4 Απριλίου, με δεκαέξι δημόσιες συνεδριάσεις. Κατηγορήθηκε για 27 δολοφονίες και αντιμετώπισε συνολικά 135 ποινικές κατηγορίες. Στην απολογία του επέμεινε πως ήταν μέλος της Αντίστασης και ότι είχε σκοτώσει μόνο εχθρούς της Γαλλίας.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε εκτελέσει 63 ανθρώπους, αλλά οι ένορκοι δεν τον πίστεψαν. Στις 4 Απριλίου 1946 κρίθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες, εκτός από μία ανθρωποκτονία, και καταδικάστηκε σε θάνατο για 26 φόνους. Η εκτέλεσή του με γκιλοτίνα πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαΐου 1946. Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων του παρέμεινε άγνωστος, με τις εκτιμήσεις να κυμαίνονται από 60 έως και 200 άτομα, κυρίως Εβραίους. Πολλά ερωτήματα σχετικά με τις μεθόδους δολοφονίας και για τα περίπου 200 εκατομμύρια φράγκα που φέρεται να απέσπασε από τα θύματά του δεν απαντήθηκαν ποτέ.
Με το πέρασμα των χρόνων, το όνομά του παρέμεινε ζωντανό στη συλλογική μνήμη της μεταπολεμικής Γαλλίας. Το 1990, η υπόθεσή του μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Christian de Chalonge με την ταινία Le Docteur Petiot. Αργότερα, ο David King βασίστηκε σε παλιά αστυνομικά αρχεία του Παρισιού και αφηγήθηκε εκ νέου την ιστορία στο βιβλίο Death in the City of Light. Τελικά, το σπίτι της 21 Rue le Sueur έγινε σύμβολο: δεν έμεινε απλώς ως τόπος εγκλήματος, αλλά ως σημείο όπου άνθρωποι που αναζητούσαν σωτηρία βρήκαν το τέλος τους πίσω από την πόρτα ενός γιατρού που τους είχε υποσχεθεί ζωή.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου