Javed Iqbal: Η άγνωστη ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου

 


Ο Javed Iqbal Mughal — ένα όνομα που γεννά ρίγος — υπήρξε ένας από τους πιο διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους στην ιστορία του Πακιστάν. Ο ίδιος ομολόγησε ότι κακοποίησε και δολοφόνησε εκατό αγόρια, αφήνοντας πίσω του μια σκιά φρίκης και πένθους που σκέπασε ολόκληρο το έθνος. Η υπόθεσή του χαράχτηκε βαθιά στα χρονικά του εγκλήματος ως μια ιστορία τρόμου πέρα από κάθε φαντασία.

Η αρχή του σκότους

Γεννημένος το 1961, ο Javed Iqbal ήταν το έκτο παιδί μιας οκταμελούς οικογένειας. Σπούδασε στο Government Islamia College της Λαχόρης και, ενώ βρισκόταν ακόμη στις σπουδές του, ξεκίνησε να εργάζεται στην ανακατασκευή χάλυβα. Ζούσε σε μια πολυτελή βίλα στο Shadbagh, ιδιοκτησία του πατέρα του, όπου πίσω από την πρόσοψη της ευκατάστατης ζωής του κρυβόταν ένα νοσηρό ψυχικό σκοτάδι που αργά αλλά σταθερά άρχισε να εκδηλώνεται.

Η αποκάλυψη της φρίκης

Τον Δεκέμβριο του 1999, μια επιστολή σκόρπισε τρόμο στη Λαχόρη και σε ολόκληρο το Πακιστάν. Ήταν γραμμένη από τον ίδιο τον Iqbal και περιείχε την ψυχρή του ομολογία: είχε κακοποιήσει και σκοτώσει εκατό αγόρια ηλικίας έξι έως δεκαέξι ετών. Τα περισσότερα θύματα ήταν άστεγα ή ορφανά παιδιά που ζούσαν στους δρόμους, ανυπεράσπιστα μπροστά στο αρπακτικό που τα σημάδευε στο σκοτάδι.

Το σπίτι του τρόμου

Όταν η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του Iqbal, βρέθηκε μπροστά σε ένα σκηνικό απόλυτης φρίκης. Οι τοίχοι και τα δάπεδα ήταν σημαδεμένα από αίμα. Φωτογραφίες των θυμάτων, τακτοποιημένες σε πλαστικές σακούλες με σχολαστικές σημειώσεις και ετικέτες, αποκάλυπταν την ψυχρή, μεθοδική του προσέγγιση. Ανάμεσα στα ευρήματα υπήρχε και η αλυσίδα που ο ίδιος παραδέχτηκε ότι χρησιμοποιούσε για να στραγγαλίζει τα παιδιά.

Το πιο αποτρόπαιο όμως ήταν τα δύο δοχεία γεμάτα οξύ, μέσα στα οποία βρέθηκαν μερικώς διαλυμένα ανθρώπινα λείψανα. Πλάι τους, ένα σημείωμα ανέφερε ότι τα άφησε επίτηδες εκεί, για να βεβαιωθεί πως οι αρχές θα τα εντόπιζαν. Η αναλγησία και η ψυχρότητα των πράξεών του ξεπερνούσαν κάθε όριο λογικής.

Η διαστροφή πίσω από τα εγκλήματα

Στην επιστολή του, ο Iqbal αποκάλυψε το διεστραμμένο του κίνητρο. Όπως έγραψε, ήθελε να εκδικηθεί την αστυνομία της Λαχόρης, η οποία — κατά τη γνώμη του — τον είχε συλλάβει άδικα τη δεκαετία του ’90 για υποτιθέμενη πράξη σοδομισμού. Αν και ποτέ δεν καταδικάστηκε, το περιστατικό αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, γέννησε μέσα του μια άσβεστη δίψα για εκδίκηση. Με τη διαστρεβλωμένη του λογική, αποφάσισε να προκαλέσει τον ίδιο πόνο που ένιωσε η μητέρα του — κάνοντας εκατό μάνες να πενθήσουν όπως εκείνη.

Η σύλληψη κι η δίκη

Ύστερα από έναν μήνα κρυφτού με τις αρχές, ο Iqbal εμφανίστηκε αυτοβούλως στα γραφεία της εφημερίδας Daily Jang. Ζητούσε προστασία, φοβούμενος — όπως είπε — ότι η αστυνομία θα τον σκότωνε πριν δικαστεί. Καταδικάστηκε σε μια ποινή που αντανακλούσε τη φρίκη των εγκλημάτων του: θάνατο διά στραγγαλισμού, τεμαχισμό του σώματός του σε εκατό κομμάτια και διάλυσή του σε οξύ — ένα κομμάτι για κάθε θύμα. Παρ’ όλα αυτά, ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Moinuddin Haider, ανακοίνωσε πως τέτοιες τιμωρίες δεν μπορούσαν να εκτελεστούν, στο πλαίσιο των δεσμεύσεων του Πακιστάν για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο θάνατος στη σιωπή

Στις 9 Οκτωβρίου 2001, ο Javed Iqbal και ο συνεργός του Sajid Ahmad βρέθηκαν νεκροί στα κελιά τους στη φυλακή Kot Lakhpat. Αν και τα σημάδια έδειχναν δολοφονία, οι αρχές κατέταξαν τους θανάτους τους ως αυτοκτονίες. Ακόμη και στο τέλος του, το σκοτάδι φάνηκε να τον καταπίνει ολοκληρωτικά. Το άψυχο σώμα του παρέμεινε στα αζήτητα — ένας άνθρωπος που ακόμη και μετά θάνατον κανείς δεν ήθελε να τον θυμάται.


Comments