Η Marianne Bachmeier γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου του 1950 και μεγάλωσε στο Sarstedt, μια μικρή πόλη κοντά στο Hildesheim της τότε Δυτικής Γερμανίας. Οι γονείς της είχαν εγκαταλείψει την Ανατολική Πρωσία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και είχαν προσπαθήσει να χτίσουν μια νέα ζωή. Το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε δεν υπήρξε ήρεμο. Ο πατέρας της περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του μακριά από το σπίτι και η σχέση μέσα στην οικογένεια έγινε όλο και πιο δύσκολη. Οι γονείς της χώρισαν και η μητέρα της παντρεύτηκε ξανά. Η ίδια περιέγραψε αργότερα τον πατριό της ως αυστηρό άνθρωπο και η σχέση τους δεν εξελίχθηκε ομαλά. Κατά την εφηβεία της βρέθηκε συχνά σε συγκρούσεις μέσα στο σπίτι και τελικά έφυγε από την οικογένεια.
Η ζωή της απέκτησε ευθύνες από πολύ νωρίς. Σε ηλικία δεκαέξι ετών απέκτησε το πρώτο της παιδί και το έδωσε για υιοθεσία όταν ήταν ακόμη βρέφος. Δύο χρόνια αργότερα έμεινε ξανά έγκυος από τον σύντροφό της. Λίγο πριν γεννήσει το δεύτερο παιδί της, υπήρξε θύμα βιασμού. Και αυτό το παιδί δόθηκε αργότερα για υιοθεσία.
Το 1972 ξεκίνησε να εργάζεται σε μια παμπ που ονομαζόταν Tipasa και εκεί γνώρισε τον διευθυντή του καταστήματος. Την ίδια χρονιά έμεινε έγκυος για τρίτη φορά. Στις 14 Νοεμβρίου του 1972 γεννήθηκε η κόρη της, η Άννα. Αυτή τη φορά αποφάσισε να μεγαλώσει το παιδί μόνη της.
Η Marianne εργαζόταν πολλές ώρες και περνούσε μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς της μέσα στην παμπ. Συχνά έπαιρνε μαζί της την Άννα στη δουλειά. Κάποιες φορές το μικρό κορίτσι κοιμόταν εκεί ενώ η μητέρα του συνέχιζε να εργάζεται ή να περνά χρόνο με ανθρώπους γύρω της. Άτομα που γνώριζαν τη Marianne αργότερα ανέφεραν ότι η Άννα μεγάλωσε έχοντας αρκετές ευθύνες για την ηλικία της. Περιέγραφαν το κορίτσι ως ένα παιδί χαρούμενο, κοινωνικό και γεμάτο ζωντάνια.
Το πρωί της 5ης Μαΐου του 1980 ξεκίνησε όπως πολλές άλλες ημέρες. Η Άννα ήταν επτά ετών. Εκείνη την ημέρα διαφώνησε με τη μητέρα της και αποφάσισε να μην πάει σχολείο. Βγήκε από το σπίτι χωρίς να γνωρίζει ότι οι ώρες που ακολουθούσαν θα άλλαζαν τα πάντα.
Στη γειτονιά ζούσε ο Klaus Grabowski, ένας τριανταπεντάχρονος κρεοπώλης. Η Άννα τον γνώριζε, καθώς είχε επισκεφθεί το σπίτι του και στο παρελθόν για να παίξει με τις γάτες του. Εκείνη την ημέρα βρέθηκε ξανά κοντά του.
Οι αρχές διαπίστωσαν αργότερα ότι ο Grabowski κράτησε το κορίτσι στο σπίτι του για αρκετές ώρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, κακοποίησε την Άννα και αργότερα την στραγγάλισε χρησιμοποιώντας ένα καλσόν της αρραβωνιαστικιάς του. Σε άλλες αναφορές της υπόθεσης υπήρξε αμφισβήτηση σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες της κακοποίησης, ωστόσο ήταν γνωστό ότι η μικρή έχασε τη ζωή της μέσα στο σπίτι του.
Στη συνέχεια έδεσε το σώμα της, το τοποθέτησε μέσα σε ένα κουτί και το εγκατέλειψε κοντά σε ένα κανάλι.
Η εξέλιξη της υπόθεσης ήρθε γρήγορα. Η αρραβωνιαστικιά του Grabowski ενημέρωσε την αστυνομία και λίγες ώρες αργότερα εκείνος συνελήφθη.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης παραδέχτηκε τη δολοφονία της Άννας, όμως παρουσίασε τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν. Υποστήριξε ότι το επτάχρονο κορίτσι προσπάθησε να τον εκβιάσει και ότι φοβήθηκε πως θα επέστρεφε στη φυλακή. Ανέφερε ότι ο φόβος αυτός τον οδήγησε στη δολοφονία.
Οι πληροφορίες που άρχισαν να αποκαλύπτονται για το παρελθόν του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Ο Grabowski είχε ήδη καταδικαστεί στο παρελθόν για σεξουαλική κακοποίηση δύο παιδιών. Το 1976 είχε υποβληθεί σε χημικό ευνουχισμό. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ακολούθησε θεραπεία με ορμόνες με σκοπό να αντιστρέψει τις επιδράσεις της διαδικασίας.
Για τη Marianne Bachmeier, η απώλεια της κόρης της δεν έμοιαζε με τίποτα που είχε ζήσει μέχρι τότε. Οι μήνες που ακολούθησαν κύλησαν μέχρι τη στιγμή που ξεκίνησε η δίκη του ανθρώπου που κατηγορήθηκε για τον θάνατο της Άννας.
Στις 6 Μαρτίου του 1981, κατά την τρίτη ημέρα της διαδικασίας στο δικαστήριο του Lübeck, η αίθουσα ήταν γεμάτη. Δημοσιογράφοι, κάμερες και άνθρωποι που παρακολουθούσαν την υπόθεση βρίσκονταν εκεί.
Λίγο μετά τις δέκα το πρωί, η Marianne Bachmeier έβγαλε από την τσάντα της ένα πιστόλι Beretta διαμετρήματος .22, το οποίο είχε μεταφέρει κρυφά μέσα στην αίθουσα.
Σημάδεψε τον Klaus Grabowski από πίσω και άρχισε να πυροβολεί.
Οι αναφορές για τον αριθμό των πυροβολισμών διέφεραν. Ορισμένες ανέφεραν επτά πυροβολισμούς και άλλες οκτώ. Έξι σφαίρες χτύπησαν τον Grabowski.
Όλα συνέβησαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Ο άνδρας έπεσε στο πάτωμα της αίθουσας και πέθανε σχεδόν αμέσως.
Μάρτυρες ανέφεραν αργότερα ότι η Marianne είπε πως το έκανε για την Άννα. Άλλοι υποστήριξαν ότι είπε πως ήθελε να τον σκοτώσει ή ότι ήθελε να τον πυροβολήσει στο πρόσωπο αλλά τελικά τον πυροβόλησε στην πλάτη. Αστυνομικοί κατέθεσαν επίσης ότι άκουσαν να τον αποκαλεί με προσβλητικό χαρακτηρισμό. Η ίδια δεν αντιστάθηκε όταν συνελήφθη.
Μέσα σε ελάχιστες ώρες η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα της Γερμανίας. Συνεργεία τηλεόρασης έφτασαν στο Lübeck και δημοσιογράφοι από διάφορες χώρες άρχισαν να καλύπτουν την ιστορία.
Το όνομα της Marianne Bachmeier βρέθηκε ξαφνικά παντού.
Άνθρωποι έστελναν γράμματα, λουλούδια και δώρα εκφράζοντας κατανόηση για την πράξη της. Πολλοί έβλεπαν σε εκείνη μια μητέρα που έχασε το παιδί της και αντέδρασε μέσα στον πόνο της. Άλλοι υποστήριζαν ότι ένα κράτος και ένα δικαστικό σύστημα δεν μπορούσαν να αποδεχτούν πράξεις προσωπικής εκδίκησης.
Η ίδια πούλησε την ιστορία της στο περιοδικό Stern έναντι περίπου εκατό χιλιάδων γερμανικών μάρκων και χρησιμοποίησε τα χρήματα για τα δικαστικά έξοδα.
Καθώς περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή της δημοσιεύονταν, η εικόνα που είχε δημιουργηθεί για εκείνη άρχισε να αλλάζει σε ένα μέρος της κοινής γνώμης. Παρ' όλα αυτά, πολλοί συνέχισαν να εκφράζουν συμπάθεια για την πράξη της.
Κατά τη δική της δίκη, η Marianne ανέφερε ότι έβλεπε εικόνες της Άννας μέσα στην αίθουσα. Όταν της ζητήθηκε να γράψει ένα δείγμα χειρόγραφου, έγραψε τη φράση: «Το έκανα για σένα, Άννα». Γύρω από τη φράση ζωγράφισε επτά καρδιές, όσες και τα χρόνια ζωής της κόρης της.
Αργότερα είπε ότι είχε ακούσει πως ο Grabowski επρόκειτο να κάνει νέες δηλώσεις για την υπόθεση και πίστεψε ότι θα ακολουθούσαν ακόμη περισσότερα ψέματα σχετικά με την κόρη της.
Χρόνια αργότερα, ένας παλιός φίλος της ανέφερε σε ντοκιμαντέρ ότι μετά τον θάνατο της Άννας την είχε δει να εξασκείται με όπλο στο υπόγειο της παμπ όπου εργαζόταν.
Τελικά κρίθηκε ένοχη για ανθρωποκτονία και παράνομη κατοχή όπλου. Καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης.
Το 1985 αποφυλακίστηκε αφού εξέτισε το μισό της χρόνο κράτησης.
Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε έναν δάσκαλο και λίγα χρόνια αργότερα μετακόμισε μαζί του στη Νιγηρία, όπου εκείνος εργαζόταν σε γερμανικό σχολείο. Ο γάμος τους τελείωσε το 1990.
Αργότερα μετακόμισε στη Σικελία και εργάστηκε σε ξενώνα φροντίδας ασθενών στο Παλέρμο.
Η ζωή της συνέχισε να αλλάζει μέχρι τη στιγμή που οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο στο πάγκρεας. Τότε επέστρεψε στη Γερμανία.
Λίγο πριν το τέλος της ζωής της ζήτησε από τον δημοσιογράφο Lukas Maria Böhmer να καταγράψει τις τελευταίες εβδομάδες της.
Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1996 πέθανε σε νοσοκομείο του Lübeck σε ηλικία σαράντα έξι ετών.
Τάφηκε δίπλα στην κόρη της, Άννα.
Δεκαετίες αργότερα, η ιστορία της Marianne Bachmeier συνέχισε να συζητιέται. Για κάποιους παρέμεινε μια μητέρα που κινήθηκε από την απώλεια του παιδιού της. Για άλλους παρέμεινε μια γυναίκα που πήρε τον νόμο στα χέρια της. Όμως, πίσω από τη δημόσια συζήτηση, τις δίκες και τα πρωτοσέλιδα, παρέμειναν δύο τάφοι δίπλα δίπλα στο κοιμητήριο του Lübeck. Ένας για μια μητέρα και ένας για ένα επτάχρονο παιδί.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου