Ο Harold Shipman, γνωστός και ως «Δρ. Θάνατος», αποτελεί έναν από τους πιο διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους στην ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας. Ως γιατρός, εκμεταλλεύτηκε το κύρος και την εμπιστοσύνη που του παρείχε το επάγγελμά του, για να αφαιρέσει τη ζωή τουλάχιστον 250 ανθρώπων, κυρίως ηλικιωμένων γυναικών, χορηγώντας τους θανατηφόρες δόσεις μορφίνης. Η υπόθεσή του συγκλόνισε συθέμελα το Ηνωμένο Βασίλειο και προκάλεσε βαθιές τομές στο σύστημα υγείας της χώρας.
Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1946 στο Bestwood Estate, μια εργατική συνοικία του Nottingham. Ήταν το δεύτερο από τρία παιδιά σε μια οικογένεια με αυστηρές αξίες. Ο πατέρας του ήταν οδηγός φορτηγού και η μητέρα του έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Ανέπτυξε μαζί της έναν πολύ στενό δεσμό που τον επηρέασε βαθιά.
Στα 17 του, βλέπει τη μητέρα του να πεθαίνει από καρκίνο του πνεύμονα. Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της, ένας γιατρός της δίνει μορφίνη στο σπίτι. Ο πόνος μειώνεται, το σώμα της ηρεμεί και ο νεαρός Shipman παρακολουθεί αυτή την αλλαγή από τον πόνο στην ησυχία. Αυτή η εικόνα τον επηρεάζει για πάντα.
Λίγα χρόνια μετά, σπουδάζει ιατρική στο University of Leeds και αποφοιτά το 1970. Από το 1966 είναι παντρεμένος με την Primrose Oxtoby και αποκτούν τέσσερα παιδιά. Η ζωή του φαίνεται σταθερή. Ξεκινά να εργάζεται στο Pontefract General Infirmary και το 1974 γίνεται γενικός γιατρός στο Abraham Ormerod Medical Centre στο Todmorden.
Το 1975 παρουσιάζεται το πρώτο σοβαρό πρόβλημα. Τον βρίσκουν να πλαστογραφεί συνταγές pethidine για δική του χρήση. Του επιβάλλουν πρόστιμο και παρακολουθεί για λίγο ένα πρόγραμμα αποκατάστασης στο York. Δεν χάνει την άδειά του. Επιστρέφει στην ιατρική και το 1977 ξεκινά να εργάζεται στο Donneybrook Medical Centre στο Hyde.
Με τα χρόνια, ο Shipman καθιερώνεται. Τη δεκαετία του 1980 συνεχίζει να εργάζεται ως GP και το 1993 ανοίγει το δικό του ιατρείο στην Market Street. Έχει τη φήμη γιατρού με κύρος. Παίρνει μέρος σε συζητήσεις για την ψυχική υγεία, δίνει συνεντεύξεις και κινείται άνετα στην κοινότητα.
Όμως πίσω από αυτή την εικόνα, αρχίζει να φαίνεται ένα μοτίβο. Κάνει συχνές κατ’ οίκον επισκέψεις, κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς. Πολλοί από αυτούς πεθαίνουν στο σπίτι τους λίγο μετά την επίσκεψή του. Οι αιτίες καταγράφονται ως φυσικές και οι διαδικασίες προχωρούν χωρίς προβλήματα.
Τον Μάρτιο του 1998, η γιατρός Linda Reynolds παρατηρεί κάτι που της φαίνεται περίεργο. Ο αριθμός των θανάτων στους ασθενείς του είναι υψηλός, ειδικά ανάμεσα σε ηλικιωμένες γυναίκες. Εκφράζει τις ανησυχίες της στον coroner John Pollard. Ξεκινά μια έρευνα, αλλά δεν βρίσκουν κάτι. Η υπόθεση κλείνει τον Απρίλιο. Μετά το τέλος της έρευνας, πεθαίνουν άλλοι τρεις άνθρωποι.
Λίγους μήνες μετά, ο ταξιτζής John Shaw μεταφέρει συχνά ηλικιωμένους στο νοσοκομείο. Παρατηρεί ότι αρκετοί από αυτούς, ενώ φαίνονται καλά, πεθαίνουν αργότερα όταν τους φροντίζει ο ίδιος γιατρός. Οι υποψίες του μεγαλώνουν.
Τον Ιούνιο του 1998, η Kathleen Grundy βρίσκεται νεκρή στο σπίτι της. Ήταν δραστήρια και γνωστή στην τοπική κοινωνία. Ο Shipman είναι ο τελευταίος που τη βλέπει ζωντανή και υπογράφει το πιστοποιητικό θανάτου, γράφοντας ως αιτία το γήρας.
Λίγο μετά, εμφανίζεται μια διαθήκη που αφήνει όλη της την περιουσία, περίπου 386.000 λίρες, στον Shipman. Η κόρη της, Angela Woodruff, αμφισβητεί την αυθεντικότητα του εγγράφου και η υπόθεση φτάνει στην αστυνομία.
Η εκταφή δείχνει ότι στο σώμα της υπάρχει diamorphine. Ο Shipman ισχυρίζεται ότι η γυναίκα ήταν εξαρτημένη και παρουσιάζει σχετικές σημειώσεις στον υπολογιστή του. Η ανάλυση αποκαλύπτει ότι οι εγγραφές έγιναν μετά τον θάνατό της.
Η σύλληψή του γίνεται τον Σεπτέμβριο του 1998. Στο σπίτι του βρίσκουν μια γραφομηχανή ίδιου τύπου με αυτή που χρησιμοποιήθηκε για τη διαθήκη. Η έρευνα επεκτείνεται και οι αρχές αρχίζουν να εξετάζουν παλαιότερους θανάτους.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται: ενέσεις diamorphine, θάνατοι σε σπίτια, πιστοποιητικά με φυσικές αιτίες και ιατρικά αρχεία που έχουν αλλάξει. Πολλοί θάνατοι συμβαίνουν την ίδια ώρα της ημέρας, συνήθως το απόγευμα όταν κάνει επισκέψεις.
Η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο το 1999. Δεκαπέντε γυναίκες συνδέονται άμεσα με τις πράξεις του: Marie West, Irene Turner, Lizzie Adams, Jean Lilley, Ivy Lomas, Muriel Grimshaw, Marie Quinn, Kathleen Wagstaff, Bianka Pomfret, Norah Nuttall, Pamela Hillier, Maureen Ward, Winifred Mellor, Joan Melia και Kathleen Grundy.
Τον Ιανουάριο του 2000, ο Shipman κρίνεται ένοχος για δεκαπέντε δολοφονίες και μία πλαστογραφία. Καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης. Λίγες μέρες μετά, διαγράφεται από το ιατρικό μητρώο. Δεν παραδέχεται τίποτα και δεν δίνει εξηγήσεις.
Στη φυλακή, η καθημερινότητά του είναι ήσυχη και οι μέρες περνούν ίδιες. Οι επαφές του περιορίζονται. Κάποια στιγμή χάνει προνόμια, ακόμα και την επικοινωνία με τη σύζυγό του. Σύμφωνα με μαρτυρίες, λαμβάνει ένα γράμμα που τον καλεί να πει την αλήθεια.
Τον Ιανουάριο του 2004, μία μέρα πριν τα γενέθλιά του, βάζει τέλος στη ζωή του στο κελί του στο HM Prison Wakefield. Δεν αφήνει σημείωμα και ο λόγος παραμένει άγνωστος.
Μετά τον θάνατό του, η έρευνα συνεχίζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα. Η Shipman Inquiry εξετάζει εκατοντάδες περιπτώσεις. Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι οι δολοφονίες ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1970 και συνεχίστηκαν για χρόνια. Ο αριθμός των θυμάτων εκτιμάται σε τουλάχιστον 218, ίσως και περίπου 250.
Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι, συχνά σε καλή κατάσταση πριν από την τελευταία του επίσκεψη. Οι θάνατοι περνούσαν απαρατήρητοι και καταγράφονταν ως φυσικοί. Σε πολλές περιπτώσεις, ήταν ο μόνος γιατρός που πιστοποιούσε τον θάνατο.
Τα ευρήματα οδηγούν σε αλλαγές. Οι διαδικασίες πιστοποίησης θανάτου αλλάζουν και οι έλεγχοι γίνονται πιο αυστηροί. Η καθημερινή ιατρική πρακτική αποκτά νέα όρια και προϋποθέσεις.
Στο Hyde δημιουργείται ένας χώρος μνήμης για τα θύματα. Είναι ένας ήσυχος τόπος, χωρίς ένταση και φωνές. Τα ονόματα θυμίζουν την ιστορία.
Μέσα σε αυτή τη σιωπή, μένει η εικόνα των σπιτιών όπου έγιναν όλα. Δωμάτια με απαλό φως, τραβηγμένες κουρτίνες, μια παρουσία που έμπαινε με εμπιστοσύνη και έφευγε αφήνοντας πίσω της ένα τέλος που κανείς δεν περίμενε.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου